Brigada

19 Σεπ

Θεωρία και Τακτική του Αριστερού Κινήματος (μέρος 2ο)

Δεν μπορεί να προχωρήσει καμία σοσιαλιστική στρατηγική, η οποία θα αγνοεί το ζήτημα των συνθηκών ύπαρξης και αγώνα της σύγχρονης διευρυμένης εργατικής τάξης στην Ελλάδα και την Ευρώπη αλλά και διεθνώς.

Του Δημήτρη Μπελαντή *

Ο Μαρξιστικός Χώρος Μελέτης και Ερευνών (ΜΑΧΩΜΕ) διοργανώσε το διάστημα 26/9/13 έως 14/11/13 έναν πρώτο κύκλο σεμιναρίων μαρξιστικής θεωρίας.

Στόχος των επτά (7) σεμιναρίων που διεξήχθησαν ήταν η γνωριμία της νεολαίας με τις θεμελιώδεις αρχές και έννοιες της Μαρξιστικής Θεωρίας (ζητήματα φιλοσοφίας και πολιτικής οικονομίας), την ιστορία του εργατικού κινήματος καθώς και η μελέτη ζητημάτων στρατηγικής και τακτικής του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος από την οποία μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα, χρήσιμα για την οργάνωση της ανατροπής σε προοδευτική-σοσιαλιστική κατεύθυνση της σημερινής θλιβερής μνημονιακής πραγματικότητας στη χώρα μας.

Το brigada.gr συνεχίζει τη δημοσίευση των εισηγήσεων πάνω στις οποίες στηρίχθηκε αυτός ο κύκλος σεμιναρίων.

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΑΚΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΡΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ (Μέρος 2ο)

(Για το 1ο μέρος κάντε κλικ ΕΔΩ)

3. Ο Ευρωκομμουνισμός, οι αμφισημίες του Γκράμσι, τα όρια του Πουλαντζά

Η στρατηγική του Ευρωκομμουνισμού στηρίχθηκε σε μια θεώρηση της σταδιακής κατάκτησης της ηγεμονίας στην κοινωνία και τελικά στην πολιτική σκηνή. Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, η εργατική τάξη θα καταλάμβανε την ηγεμονία στα πλαίσια της «κοινωνίας των πολιτών», όπου με αυτήν την έννοια αναφερόταν σε ένα σύστημα θεσμών, μεταξύ οικονομίας και κράτους με την στενή έννοια, όπως το σχολείο, τα μέσα ενημέρωσης, τα κόμματα, ο συνδικαλισμός, κά. Πρόκειται συνήθως, για αυτούς τους θεσμούς που η γαλλική μαρξιστική σχολή ονομάζει Ιδεολογικούς Μηχανισμούς του Κράτους [11]. Όπως έχει επισημάνει ο βρετανός μαρξιστής Π.Άντερσον [12], η ευρωκομμουνιστική στόχευση εντοπίζει ως πεδίο ταξικής σύγκρουσης την «κοινωνία των πολιτών», όπου η Αριστερά καλείται να νικήσει ιδεολογικά και να πάρει την κοινωνία με το μέρος της. Αφού η ταξική κυριαρχία εξαρτάται βασικά από τον συσχετισμό των δυνάμεων στην «κοινωνία των πολιτών», το κράτος με την στενότερη έννοια, είναι ένας ουδέτερος τεχνικός μηχανισμός, τον οποίο αναλαμβάνει η δύναμη που κατέκτησε πρωταρχικά την ηγεμονία. Αυτή η ερμηνεία του Γκράμσι συνδέει ουσιαστικά τον ιταλό στοχαστή με την σκέψη του Κάουτσκυ παρά με την σκέψη του Λένιν, καθώς θεωρεί ότι αν και εφόσον νικήσεις κοινοβουλευτικά και άρα, επικυρώσεις την προγενέστερη νίκη σου στην κοινωνία των πολιτών, τότε η εξουσία δικαιωματικά σου ανήκει και δεν πρόκειται ο κρατικός μηχανισμός να σου βάλει κανένα ιδιαίτερο πρόσκομμα. Αξίζει να συγκρατήσουμε ότι στα πλαίσια αυτού του σκεπτικού, το κράτος περιλαμβάνει μόνο την πολιτική κοινωνία (δηλαδή τον στενότερο κατασταλτικό μηχανισμό), ενώ η «κοινωνία των πολιτών» ή «ιδιωτική κοινωνία τίθεται εκτός και πέραν του κράτους.

Όμως, υφίσταται και μια εναλλακτική ανάγνωση του Γκράμσι, πέρα από την ευρωκομμουνιστική, μια ανάγνωση η οποία εισάγει τον μηχανισμό της ηγεμονίας στο εσωτερικό της διευρυμένης ταξικής κυριαρχίας και τους «ιδιωτικούς θεσμούς» ή άλλως ΙΜΚ στον διευρυμένο μηχανισμό ταξικής εξουσίασης που περιλαμβάνει τόσο την καταστολή όσο και την συναίνεση (διευρυμένη κυριαρχία ή ηγεμονία). Το ότι, όμως, οι μηχανισμοί ηγεμονίας, ακόμη και αν είναι νομικά ιδιωτικοί, υπάγονται στην έννοια του διευρυμένου αστικού κράτους, δεν αποκλείει να υπάρχουν και μορφές ή μηχανισμοί ηγεμονίας, οι οποίοι υπάγονται πραγματικά στην ιδιωτική κοινωνία ( π.χ. στην ίδια την καπιταλιστική οικονομία, Πέρυ Άντερσον). Σύμφωνα με αυτήν την ανάγνωση (την οποία θα συναντήσουμε εν μέρει στον Πέρυ Άντερσον και εν μέρει στον Αλτουσέρ), η κρατική εξουσία είναι ενιαία, οργανώνεται από το σύνολο του Κρατικού Μηχανισμού Καταναγκασμού και των ΙΜΚ και δεν μπορεί να κατακτηθεί κομμάτι προς κομμάτι και γρανάζι προς γρανάζι. Δεν μπορεί να κατακτηθεί σταδιακά και βαθμιαία όχι μόνο η συνολική κρατική εξουσία αλλά ούτε καν η ιδεολογική ηγεμονία εν συνόλω (η ηγεμονία με την στενότερη έννοια), πριν από την κατάκτηση της εξουσίας.

Δεδομένου ότι το κράτος λειτουργεί ως ένα ενιαίο και συγκεντρωτικό σύστημα εξουσίας, ακόμη και αν η Αριστερά κατακτήσει την κυριαρχία σε έναν από τους ηγεμονικούς μηχανισμούς, τότε η κυριαρχία αλλά και η ηγεμονία ειδικότερα, μετατοπίζεται προς άλλα κέντρα εξουσίας και μηχανισμούς του κράτους. Άρα, η διαδικασία της κρατικής ρήξης και της σύγκρουσης προς αυτήν την κατεύθυνση, ακόμη και αν εκτείνεται σε μια μεγάλη χρονική περίοδο, δεν μπορεί παρά να είναι συγκεντροποιημένη και να αποκτά ενιαία και ολοκληρωμένα χαρακτηριστικά. Σε σχετική αντίθεση προς την ανάγνωση του ύστερου Πουλαντζά [14], για τον μακροχρόνιο μετασχηματισμό του καπιταλιστικού κράτους, η κατάκτηση της εξουσίας περιλαμβάνει οπωσδήποτε μια περίοδο αποφασιστικών ρήξεων, όπου κρίνεται το «ποιος-ποιόν» και το ζήτημα της τελικής κατίσχυσης (αυτό το ομολογεί κάπως και ο ύστερος Πουλαντζάς). Το αν αυτή η περίοδος αποφασιστικών ρήξεων, θα καλυφθεί με ειρηνικά πολιτικά μέσα ή αν θα υπάρξει στα πλαίσια της ταξικής πόλωσης και προσφυγή στην βία, αυτό είναι ανοιχτό ιστορικά στις ιδιαίτερες συνθήκες της πολιτικής ταξικής πάλης που θα υπάρξουν και δεν μπορεί κανείς να γίνει προφήτης ως προς αυτό. Είναι προφανές ότι η Αριστερά δεν μπορεί ούτε και πρέπει να παραιτηθεί εκ των προτέρων από κανένα μέσο πολιτικής πάλης υποκύπτοντας στην ιδεολογική πίεση των αντιπάλων της.

Εξάλλου, στην θεώρηση του Γκράμσι για την ηγεμονία, δεν ενυπάρχει, κατά την άποψή μας, μια λογική μακράς πορείας μεταρρυθμίσεων, χωρίς ποιοτική τομή και ρήξη με την αστική εξουσία. Ο Γκράμσι των Τετραδίων της Φυλακής και ιδίως του Τετραδίου για τον Μακιαβέλι, την πολιτική και το σύγχρονο κράτος (αρχές της δεκαετίας του 1930) [15], υποστηρίζει ότι η αστική κοινωνία στην Δύση διαφέρει ποιοτικά από την ρώσικη του 1917 και ιδιαίτερα η αστική εξουσία δεν στηρίζεται αποκλειστικά ή κατά κανόνα στην καταστολή, αλλά σε ένα εκτεταμένο σύστημα «οχυρωματικών έργων» γύρω από το «φρούριο» του μηχανισμού κρατικού καταναγκασμού, «έργων» που αντιστοιχούν στους μηχανισμούς ιδεολογικής ηγεμονίας και συναίνεσης, σε αυτό που στην δεκαετία του '60 θα χαρακτηρισθεί μέσα από μια νέα ανάγνωση του Γκράμσι, ως Ιδεολογικοί Μηχανισμοί του Κράτους από τον Αλτουσέρ.

Οι ΙΜΚ αποτελούν ένα ισχυρό ανάχωμα απέναντι στην άμεση επαναστατική δράση και χρειάζεται μια μακρά στρατηγική παράκαμψης και αποδυνάμωσης των μηχανισμών αυτών, ώστε να καταστεί δυνατή η επαναστατική κατάσταση και η εξέλιξή της σε επαναστατική κρίση. Αυτήν την αναγκαία μακρά στρατηγική στην Δύση, η οποία πιθανότατα θα συνδεθεί με μια μακρά περίοδο νόμιμης λειτουργίας των ΚΚ, ο Γκράμσι θα την ορίσει ως «πόλεμο θέσεων», κατά μεταφορά των στρατιωτικών τακτικών του Κλαούζεβιτς και των πολεμικών στρατηγικών του Α' Παγκοσμίου Πολέμου (πόλεμος χαρακωμάτων-πόλεμος ελιγμών ή επιθετικών κινήσεων). Ο «πόλεμος θέσεων» κρίνεται αναγκαίος σε χώρες όπου ο αντίπαλος (η αστική τάξη) είναι ιδεολογικά και ηθικοπολιτικά ισχυρός, όπου έχει πίσω του μια παράδοση συνταγματισμού και κοινοβουλευτικής νόμιμης πρακτικής, όπου, επίσης - και αυτό δεν έχει επισημανθεί αρκετά - έχει και έναν μηχανισμό καταστολής υλικά και τεχνολογικά πολύ υπέρτερο από εκείνον του τσαρικού ή κερενσκικού κράτους του 1917 στην Ρωσία.

Όσο κι αν ο Γκράμσι επαναλαμβάνει τη θέση της «αναγκαίας φθοράς» του αντιπάλου, την οποία παίρνει από τον Κάουτσκυ αλλά και από τις πολεμικές τεχνικές του Κλαούζεβιτς, όσο κι αν υπάρχουν έντονες αμφισημίες στον Γκράμσι στη σχέση μεταξύ κατάληψης της ηγεμονίας και κατάκτησης της εξουσίας, δεν είναι καθόλου προφανές ότι ο ιταλός επαναστάτης χρησιμοποιεί την έννοια του «πολέμου θέσεων» για να καταργήσει τον «πόλεμο ελιγμών» και για να υιοθετήσει την πορεία μιας καθαρά μεταρρυθμιστικής στρατηγικής. Αυτή η «ευρωκομμουνιστική» ανάγνωση του Γκράμσι αγνοεί ορισμένες σημαντικές παραμέτρους: α) την αρχική ενθουσιώδη στάση του απέναντι στα εργατικά συμβούλια του Τορίνο το 1919, β) την καθοριστική εμπειρία της συμμαχία του με τον όντως «ακροαριστερό» Αμαντέο Μπορντίγκα (πρώτο γραμματέα του ΚΚ Ιταλίας) στην ίδρυση και στα πρώτα βήματα του Κ.Κ., συμμαχία που καταδικάσθηκε από τον Λένιν ως «υπεραριστερή» στο βιβλίο του για τον «Αριστερισμό» και γ) το γεγονός ότι ο Γκράμσι ήταν μεν αρνητικός στην στρατηγική της Τρίτης Περιόδου και στον «σοσιαλφασισμό», αλλά όχι από μια θέση προσχώρησης στον μεταρρυθμισμό.

Στην πραγματικότητα ο Γκράμσι, συνέδεε τη στρατηγική του «πολέμου θέσεων» με το Ενιαίο Μέτωπο και τη μεταβατική στρατηγική του Μετώπου, αποκλείοντας μια χωρίς προετοιμασία και αποδυνάμωση του αντιπάλουπραξικοπηματική «στρατηγική επίθεσης», αλλά και σαφώς λογαριάζοντας την τελική προοπτική ενός «πολέμου ελιγμών» ως την ολοκλήρωση του «πολέμου θέσεων». Στη θέση ενός παρατεταμένου λαϊκού πολέμου, σε χώρες όπου ο πόλεμος θέσεων απέναντι σε ένα διαρκώς αντιδημοκρατικό/δικτατορικό αστικό κράτος είναι αδύνατος (π.χ. Μάο στην Κίνα ), ο Γκράμσι θέτει το ζήτημα ενός «νόμιμου» παρατεταμένου «πολέμου φθοράς» και αποδυνάμωσης του αντιπάλου στην Δύση, στα πλαίσια του οποίου όμως, η παρέμβαση στο αστικό κράτος αναδεικνύει και δεν συγκαλύπτει τα δομικά του όρια. Θεωρούμε, λοιπόν, ότι ο Γκράμσι, επεκτείνοντας την έννοια της «ηγεμονίας», η οποία ενυπάρχει και στο έργο του ίδιου του Λένιν, εμπλουτίζει, εκσυγχρονίζει και ολοκληρώνει μια αριστερή και κομμουνιστική στρατηγική στην Δύση, η οποία ανήκει βασικά στο λενινιστικό παράδειγμα και η οποία είναι τελικά είναι αντιπαραθετική προς το σοσιαλιστικό ή τον κομμουνιστικό μεταρρυθμισμό. Εδώ ο Γκράμσι συναντά βασικά τον Λένιν, αλλά ενδεχομένως κι αυτές τις όψεις του Τρότσκυ που αναφέρονται στο Ενιαίο Μέτωπο και αρκετά αργότερα στο «Μεταβατικό Πρόγραμμα» (1938). Βεβαίως, δεν υπάρχουν γραπτές πηγές για την στάση του Γκράμσι προς το Λαϊκό Μέτωπο, καθώς ο Γκράμσι στα 1935 ήταν ήδη πολύ άρρωστος και έβαινε προς το τέλος του βίου του, αλλά οι επεξεργασίες του μοιάζουν να αφορούν πολύ περισσότερο μια στρατηγική Ενιαίου Μετώπου παρά μια στρατηγική Λ.Μ.

Το ότι ο Τολιάτι, παρά τη θεμελιακή αναφορά του στον Γκράμσι, ακολουθεί ένα ριζικά διαφορετικό στρατηγικό μοντέλο, το οποίο κατατείνει στην απώθηση όχι μόνο της τελικής αντικαπιταλιστικής ρήξης αλλά και στο δισταγμό έναντι των ήδη ώριμων ρήξεων και μεταρρυθμίσεων που μπορούν να υποβοηθήσουν την κοινωνική θέση των εργαζομένων και το σχετικό εκδημοκρατισμό του κράτους, προκύπτει και από τις τακτικές του Τολιάτι μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ιταλία. Από την στιγμή που το ζήτημα της εξουσίας ετέθη στην Βόρεια Ιταλία, όπου στα 1944-1945 αλλά και στα 1947-1948 οι αντάρτικες ομάδες με προεξάρχον το Κ.Κ. (ταξιαρχίες Γκαριμπάλντι) ήταν παντοδύναμες, ο Τολιάτι όχι μόνο δεν ενίσχυσε έναν πιθανό προσανατολισμό ένοπλης κατάληψης της εξουσίας (ως προς αυτό υπάρχει ανοιχτή συζήτηση μεταξύ των ιστορικών και στελεχών της Αριστεράς για το αν ήταν εφικτό, πχ. Φ.Κλαουντίν και Μ.Ράπτης υπέρ του εφικτού, Ρ.Ροσάντα και Π.Ινγκράο υπέρ του ανέφικτου), αλλά δίστασε ως Υπουργός Δικαιοσύνης ακόμη και να προωθήσει ένα ριζικό απο-εκφασισμό του ιταλικού κράτους, παρέχοντας αμνηστία σε χιλιάδες πρωτοπαλλήκαρα του φασισμού και δημιουργώντας αντικειμενικά τους όρους για να ξαναϋπάρξει μια μαζική φασιστική πολιτική οργάνωση και ρεύμα όπως το M.S.I.

Επίσης, σε όλες τις μεγάλες ταξικές συγκρούσεις μετά τον πόλεμο στην Ιταλία (από τις συγκρούσεις στο Τορίνο το 1960 ως το θερμό φθινόπωρο του 1969), το Ι.Κ.Κ. ήταν όχι μόνο πάντοτε αρνητικό (αντίθετα προς το Γαλλικό Κ.Κ. τον Μάη 1968) αλλά συνήθως και διστακτικό ή ουδέτερο. Όταν δε άνοιξε το ζήτημα των ενόπλων οργανώσεων μετά το 1970, η εύλογη ιδεολογική αντίθεση του Ι.Κ.Κ. προς αυτές, λόγω του μειοψηφικού τους και βίαιου χαρακτήρα, συνοδεύθηκε σταδιακά και από μια τακτική υπερψήφισης των αντιδραστικών αντιτρομοκρατικών νόμων μετά το 1975, οι οποίοι έθεταν θέμα ποινικοποίησης και καταστολής όλης της Άκρας Αριστεράς και όχι μόνο των ενόπλων οργανώσεων. Αυτή η πορεία υπήρξε καταστροφική για την δημοκρατία στην Ιταλία.

4. Ορισμένα πρώτα συμπεράσματα ως προς την αναγκαία κομμουνιστική στρατηγική και τακτική

4.1. Η εμπειρία της Ρώσικης Επανάστασης, αλλά και όλων των επαναστατικών εγχειρημάτων του 20ου αιώνα, θέτουν το ζήτημα των δομικών ορίων του αστικού κράτους, της ανελαστικότητάς του προς συνολικότερους ταξικούς μετασχηματισμούς και την ανάγκη «συντριβής» του υπό την έννοια της ριζικής επαναστατικοποίησης του. Η διαδικασία αυτή αρχίζει με την κατάληψη της κρατικής εξουσίας και επεκτείνεται σε ένα μεγάλο διάστημα της μεταβατικής σοσιαλιστικής περιόδου. Δεν υπάρχει καμία γραμμικότητα στην διαδικασία αυτή, καθώς η πάλη των τάξεων μπορεί να οδηγήσει σε μια καθαρή ανατροπή ή και σε έναν εκφυλισμό του εργατικού κράτους και μετατροπή του σε μια νέα μορφή ταξικής κυριαρχίας.

4.2. Η Ρώσικη Επανάσταση αλλά και η γενικότερη κομμουνιστική στρατηγική στη διάρκεια του 20ου αιώνα, θέτουν το πρόβλημα της ανακύπτουσας σε συνθήκες ιμπεριαλισμού και μονοπωλιακού καπιταλισμού, ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και διεθνοποίησης του κεφαλαίου επικαιρότητας του σοσιαλισμού/κομμουνισμού και του σοσιαλιστικού/κομμουνιστικού ορίζοντα. Αυτό σημαίνει ότι μια στρατηγική «στεγανών σταδίων» που διαχωρίζει ριζικά τα μη σοσιαλιστικά μέτρα από τον σοσιαλιστικό στόχο, είναι προβληματική και αναπαράγει μια οικονομίστικη εκδοχή του μαρξισμού, η οποία κατατείνει σχεδόν πάντοτε στην αστική-δημοκρατική ολοκλήρωση ακόμη και στους ιμπεριαλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς. Υπό αυτήν την έννοια, πρέπει να είναι κανείς όχι ισοπεδωτικός αλλά πάντως επιφυλακτικός προς την παράδοση του λαϊκού μετωπισμού. Όμως, η επικαιρότητα του σοσιαλισμού δεν σημαίνει ότι ο σοσιαλισμός θα έλθει στη γη με αποκαλυπτικούς όρους (όπως προβάλλει το ΚΚΕ) και χωρίς μεταβατικούς στόχους και αιτήματα.

Αντίθετα προς αυτήν την σεχταριστική ανάγνωση του σοσιαλισμού, είναι απαραίτητη μέσα στην κρίση, μια πολιτική «πολέμου θέσεων», μια αλυσίδα μεταβατικών στόχων ρήξεων και αιτημάτων, άλλων με δημοκρατικό-κοινωνικό και μη άμεσα σοσιαλιστικό χαρακτήρα (που όμως οδηγούν σε ρήξη με τον εχθρό) και άλλων πιο συναφών με την σοσιαλιστική εξουσία και προοπτική, τα οποία αποδυναμώνουν τον αντίπαλο, ενισχύουν το εργατικό-λαϊκό στρατόπεδο και οξύνουν την πόλωση, οδηγώντας τελικά σε μια αποφασιστική περίοδο κρατικών ρήξεων και κατάληψης της πολιτικής εξουσίας. Η πρόταξη μιας μεταβατικής κυβέρνησης της Αριστεράς και η ένταξή της σε μια διαδικασία σοσιαλιστικών ρήξεων, η οποία θα εμπεριέχει και όψεις δυαδικοποίησης της εξουσίας, αποτελεί σημείο συνάντησης διαφορετικών μαρξιστικών παραδόσεων όπως η παραδοσιακή κομμουνιστική, η «σχολή του Παρισιού» ή του ευρωπαϊκού μαοϊσμού, η αριστερή ευρωκομμουνιστική κατά τον Πουλαντζά ή τον Ινγκράο αλλά και η σημαντική παράδοση του μεταβατικού τροτσκιστικού προγράμματος και της αρχικής πρόσληψης του Ενιαίου Μετώπου από τους Λένιν και Τρότσκυ.

4.3. Δεν μπορεί να προχωρήσει καμία σοσιαλιστική στρατηγική, η οποία θα αγνοεί το ζήτημα των συνθηκών ύπαρξης και αγώνα της σύγχρονης διευρυμένης εργατικής τάξης στην Ελλάδα και την Ευρώπη αλλά και διεθνώς. Οι λογικές που αναφέρονται στο «πλήθος», στα υβριδικά υποκείμενα (Νέγκρι-Χαρντ) και στην αταξική παράθεση υποκειμένων, χωρίς το στοιχείο της εργατικής κεντρικότητας και ηγεμονίας στο ανατρεπτικό κοινωνικό μπλοκ, είναι όχι μόνο αντιμαρξιστικές αλλά και θεωρητικά εσφαλμένες. Οδηγούν δε σε μια μεταμοντέρνα πρόσληψη της αριστερής πολιτικής, όπου το στοιχείο της «ολότητας» και «καθολικότητας» εξαφανίζεται. Ας θυμηθούμε εδώ και το γεγονός ότι η ηγεμονία στην κοινωνία, προυποθέτει κατ' αρχήν να ηγεμονεύσει η εργατική τάξη στον εαυτό της και στην γκάμα των ταξικών και κοινωνικών της συμμάχων (όπου εντάσσονται οι λοιπές λαϊκές τάξεις αλλά και άλλες καταπιεζόμενες ομάδες στον αναπτυγμένο καπιταλισμό. Χωρίς εργατική ταξική ηγεμονία, δεν μπορεί να συγκροτηθεί το ευρύτερο λαϊκό και σοσιαλιστικό στρατόπεδο πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων (το ιστορικό μπλοκ του Γκράμσι) .

4.4. Το ζήτημα της ηγεμονίας και της κατάκτησής της, πρέπει να κατανοηθεί μέσα από μια αλυσίδα και πλέγμα στοχασμών που συνδέουν τον κλασσικό λενινισμό με τον γκραμσιανό εμπλουτισμό και την κατανόηση των όρων εφαρμογής και ισχύος ενός γκραμσιανού λενινισμού στην Δύση και αποτυπώνουν την ενότητα «πολέμου θέσεων» και «πολέμου κινήσεων». Αντιθέτως είναι σφαλερή μια ευρωκομμουνιστική ανάγνωση, η οποία συνδέει την θεωρητική κληρονομιά του Γκράμσι, ιδίως με τον Κάουτσκυ και την αριστερή σοσιαλδημοκρατία. Αυτός ο θεωρητικός ορίζοντας αποκτά μέσα από το διαρκή εμπειρικό εμπλουτισμό του, μια ιδιαίτερη σημασία στην σύγχρονη Ελλάδα των αντιμνημονιακών και αντικαπιταλιστικών αγώνων και μπορεί να μας βοηθήσει να συνδυάσουμε το άμεσο και επείγον αντιμνημονιακό-αντικαπιαλιστικό-αντιιμπεριαλιστικό-αντιΕΕ προγραμματικό στοιχείο, με ένα μεταβατικό σοσιαλιστικό πρόγραμμα, για την κατάληψη της κρατικής εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της.

 

Σημειώσεις

12 Λ. Αλτουσέρ «Θέσεις», Αθήνα 1983, εκδόσεις Θεμέλιο.

13 «Οι αντινομίες του Αντόνιο Γκράμσθ», Αθήνα 1985, Μαρξιστική Συσπείρωση.

14 Ν.Πουλαντζάς «Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός», Αθήνα 1984, Θεμέλιο.

15 «Για τον Μακιαβέλη», Αθήνα, Ηριδανός, χ.χρ.., σελ. 116-128. Σχετικά και σε Π.Άντερσον οπ.π. αναλυτικά.

* Διδάκτωρ Νομικών Επιστημών

Προσθήκη σχολίου

Παρακαλούμε, πριν δημοσιεύσετε το σχόλιό σας, έχετε υπόψιν σας τα ακόλουθα:
•Δεν επιτρέπονται τα «greeklish» (ελληνικά με λατινικούς χαρακτήρες) και η γραφή με κεφαλαία (Caps) .
• Κάθε γνώμη είναι σεβαστή, αρκεί να αποφεύγονται ύβρεις, ειρωνείες, ασυνάρτητος λόγος και προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, πολύ περισσότερο σε προσωπικό επίπεδο, εναντίον των συνομιλητών ή και των συγγραφέων, με υποτιμητικές προσφωνήσεις, ύβρεις, υπονοούμενα, απειλές, ή χυδαιολογίες.
•Μην δημοσιεύετε άσχετα, με το θέμα, σχόλια.
•Ο κάθε σχολιαστής οφείλει να διατηρεί ένα μόνο όνομα ή ψευδώνυμο, το οποίο αποτελεί και την ταυτότητά του σε κάθε συζήτηση.
Με βάση τα παραπάνω η διαχείριση διατηρεί το δικαίωμα μη δημοσίευσης σχολίων χωρίς καμία άλλη προειδοποίηση.
Προσοχή: 1. Η σελίδα λειτουργεί σε εθελοντική βάση. Τα σχόλια δημοσιεύονται το συντομότερο δυνατόν, μόλις αυτό καταστεί εφικτό.
2. Όσοι και όσες απευθύνονται στη διαχείρηση με απορίες και ερωτήσεις είναι απαραίτητο να αναγράφουν και το e-mail τους για τη δυνατότητα απάντησης.