Εκτύπωση αυτής της σελίδας
13 Ιαν

Η σύγκρουση του μαρξισμού – λενινισμού με το πολιτικό ρεύμα της αναρχίας\αυτονομίας: Ιστορικές διαμάχες και σύγχρονα σημεία αντιπαράθεσης

Η σύγκρουση του μαρξισμού – λενινισμού με το πολιτικό ρεύμα της αναρχίας\αυτονομίας: Ιστορικές διαμάχες και σύγχρονα σημεία αντιπαράθεσης

Η υποκατάσταση της μαρξιστικής ανάλυσης για τις ταξικές σχέσεις από ευρύτερες έννοιες όπως οι «ιεραρχικές κοινωνικές σχέσεις» χωρίς συγκεκριμένο οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο, διαχέει την καπιταλιστική ευθύνη και ενοχή οριζόντια στην κοινωνία και συσκοτίζει την ταξική συνείδηση.

Της Αναστασίας Σταυροπούλου *

Ο αναρχικός χώρος, με τις διάφορες εκφάνσεις του, είναι ένας αναγνωρίσιμος πολιτικός χώρος ειδικά στους κόλπους της νεολαίας, που σε ορισμένες συγκυρίες πετυχαίνει να έχει συμμετοχή και επίδραση στα ιδεολογικά χαρακτηριστικά που αναπτύσσονται στους χώρους που δρα, πολιτικοποιείται ή και ψυχαγωγείται η κινηματική νεολαία. Η σχέση έντασης μεταξύ των χώρου της αναρχίας/αυτονομίας και του μαρξιστικού - λενινιστικού χώρου έχει μια ιστορική διάσταση αλλά και σύγχρονες όψεις. Πέραν των μορφών που αυτή λαμβάνει σε πρακτικό επίπεδο στο εσωτερικό του κινήματος, η ένταση αυτή προκύπτει καταρχήν από μια σημαντική, ιστορική, θεωρητική διαμάχη που καταλήγει σε διαφορετικούς τρόπους πρόσληψης της πραγματικότητας. Σε καμία περίπτωση η ανάλυση του πολιτικού χώρου της αναρχίας και της αυτονομίας δεν μπορεί να εξαντληθεί στο παρόν κείμενο. Πρόκειται για ρεύματα που παρουσιάζονται, ακόμη και στην Ελλάδα, σε διάφορες περιόδους της ιστορίας από τα τέλη του 19ου αιώνα και ασφαλώς η δράση τους πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο της εκάστοτε κοινωνικής και πολιτικής συγκυρίας. Την παρούσα ανάλυση περισσότερο ενδιαφέρουν τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου χώρου της αναρχοαυτονομίας και οι ιδεολογικές- πολιτικές εστίες αντιπαράθεσης μεταξύ του ρεύματος αυτού και του αριστερού/ κομμουνιστικού πολιτικού χώρου.

1. Θεωρητική και πολιτική εξέλιξη του αναρχικού ιδεολογικού ρεύματος

Η ιστορική σύγκρουση Μαρξ και Μπακούνιν στο πλαίσιο της Πρώτης Διεθνούς, που κατέληξε στη διαγραφή του τελευταίου από την Πρώτη Διεθνή Ένωση Εργατών το 1872, θέτει τα θεμέλια για μια θεωρητική διαμάχη που σε μεγάλο βαθμό ορίζει ακόμη τις εστίες της σύγκρουσης της αναρχίας με το μαρξισμό- λενινισμό. Αν και η αντιπαράθεση του Μπακούνιν με τους αντιπροσώπους που εξέφραζαν τη μαρξική αντίληψη εκφράστηκε για πρώτη φορά ανοιχτά στο Συνέδριο της Διεθνούς στη Βασιλεία της Ελβετίας το 1869 γύρω από ένα φαινομενικά επιμέρους ζήτημα, όπως την κατάργηση του κληρονομικού δικαιώματος[1], στην ουσία άνοιγε μια συνολικότερη διαφωνία σχετικά με την προέλευση της ανθρώπινης καταπίεσης και τα μέσα για την κατάργησή της. Ο Μπακούνιν, συνεχιστής της σκέψης του Προυντόν, δικαιωματικά αποτελεί τον «πατέρα της αναρχίας», καθώς έθεσε τη ρήξη και τη διαχωριστική γραμμή με τη μαρξιστική σκέψη και φιλοσοφία που θα συνοδεύσει στο εξής τη διαπάλη των πολιτικών αυτών σκέψεων αλλά και τις πρακτικές συγκρούσεις στο ζωντανό κίνημα. Εκπροσωπεί τη συνάντηση ουτοπικών σοσιαλιστών όπως οι Προυντόν, Στίρνερ με τη νεαρή μαχητική πείρα του εργατικού κινήματος στην Ευρώπη. Παρότι η πολιτική φιλοσοφία του Μπακούνιν δεν εκφράστηκε από τον ίδιο συστηματοποιημένα και παρότι ο ίδιος χρησιμοποιούσε εργαλεία περισσότερο κοντινά με την κλασσική μαρξιστική σκέψη ως προς την ανάλυση της οικονομικής πραγματικότητας και των ταξικών διαχωρισμών, σε σχέση με τη μεταγενέστερη εξέλιξη της αναρχικής πολιτικής σκέψης, ήδη στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης εντός της Πρώτης Διεθνούς από τα γραπτά, ακόμη και από τη χρήση της ορολογίας, προκύπτει η διάσταση που μπορεί να κωδικοποιηθεί α) στο ρόλο και τη φύση του κράτους β) στο υποκείμενο της επαναστατικής διαδικασίας[2] γ) στη νοηματοδότηση της «ελευθερίας» και του ατόμου και δ) στα μέσα πάλης[3].

Η κλασσική αντίληψη του αναρχισμού συμπληρώθηκε από τη φιλοσοφία του Κροπότκιν, ο οποίος κατέστησε σαφέστερο τον «κοινωνικό θεσμό» με τον οποίον ο αναρχισμός προσβλέπει να υποκαταστήσει την άμεση κατάργηση του Κράτους, υποστηρίζοντας τον αναρχικό φεντεραλισμό, δηλαδή την διευθέτηση των υποθέσεων της κοινωνίας μέσα από μικρές τοπικές κοινότητες χωρίς συγκροτημένες εξουσιαστικές δομές, στις οποίες θα διασφαλίζονται ισότιμοι όροι πλουτισμού και ευδαιμονίας για όλους[4]. Ο Κροπότκιν αντλεί επιχειρήματα για την μελλοντική κοινωνία του από τη «φυσική κοινωνική κατάσταση» προ-κρατικών ανθρώπινων κοινωνιών ή την «αλληλοβοήθεια» που φαίνεται να υπήρχε στις προκαπιταλιστικές κοινότητες του μεσαίωνα, προτού το ισχυρό καπιταλιστικό κράτος υποτάξει υπό την εξουσία του τις επιμέρους θεσμίσεις που ενείχαν το στοιχείο της συνεργατικής συμβίωσης[5].

Ο αναρχισμός και η έκφρασή του στο συνδικαλιστικό – εργατικό κίνημα, ο αναρχοσυνδικαλισμός είχαν κάποια επιρροή στα τέλη του 19ου αιώνα και αρχές του 20ου στο εργατικό κίνημα των ΗΠΑ και στην Ευρώπη κυρίαρχα σε χώρες με συσσωρευμένα αγροτικά στρώματα, όπως η Ιταλία, Ισπανία, Βαλκάνια, Λατινική Αμερική. Στην Τσαρική Ρωσία ανέπτυξαν περιορισμένη δράση με ομάδες τυχοδιωκτικού προσανατολισμού που οργάνωναν βασικά ατομικές βίαιες επιθέσεις. Στην προεπαναστατική Ρωσία οι δυνάμεις αυτές εξέφραζαν κατά βάση πληβειοποιημένα αγροτικά στρώματα. Η πρώτη εμφάνιση αναρχικών ομάδων στην Ελλάδα γίνεται στα τέλη του 19ου αιώνα όπου αναπτύσσουν δυνάμεις κυρίως στην Πάτρα και στον Πύργο. Η άνοδος του εργατικού κινήματος και η συγκρότηση του ΣΕΚΕ στα 1919 θα οδηγήσει στην ανάπτυξη του κομμουνιστικού κινήματος και του ΚΚΕ και στην αποδυνάμωση έως και εξαφάνιση αυτών των ομάδων.

Το ξέσπασμα της Οκτωβριανής Επανάστασης και η εγκαθίδρυση του πρώτου στον κόσμο προλεταριακού κράτους οδήγησαν στη ραγδαία ανάπτυξη της επιρροής της μαρξιστικής – λενινιστικής αντίληψης και των Κομμουνιστικών Κομμάτων στις εργατικές τάξεις ανά τον κόσμο αλλά και τα σύμμαχα στρώματά τους, καθιστώντας τον αναρχισμό ένα μειοψηφικό πολιτικό ρεύμα. Η καταλυτική συγκυρία του Β’ Παγκοσμίου πολέμου και η συγκρότηση από τα κομμουνιστικά κόμματα μαζικών αντιναζιστικών λαϊκών μετώπων και αντάρτικων στρατών αντίστασης, η ακτινοβολία της τεράστιας συμβολής της Σοβιετικής Ένωσης και των ΚΚ στη μεγάλη αντιφασιστική νίκη των λαών, περιθωριοποίησαν ακόμη περισσότερο το ιδεολογικό ρεύμα του αναρχισμού. Στο πλαίσιο των δεκαετιών 40’ και 50’, τα ΚΚ είχαν κατορθώσει, παρά τα σοβαρά πολιτικά τους λάθη στην οργάνωση και το προχώρημα των επαναστατικών αγώνων να συγκροτήσουν ταξικές συμμαχίες των εργατικών τάξεων με τα λοιπά εκμεταλλευόμενα στρώματα, μικροαστικά και αγροτικά, πίσω από τις πολιτικές διεκδικήσεις της εργατικής τάξης. Το ξέσπασμα κομμουνιστικών επαναστάσεων όπως της Κίνας και της Κούβας και εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων στον τρίτο κόσμο με βασικό ιστό τον ένοπλο αγώνα κομμουνιστικών δυνάμεων, καθιστούν την αριστερά τον πολιτικό χώρο εκπροσώπησης του οράματος για μια άλλη κοινωνία, που φαίνεται να γίνεται πραγματικότητα. Από την άλλη, σε σχέση με την περίοδο αυτή, δεν μπορεί να παραβλεφθεί, η περίπτωση του Ισπανικού εμφυλίου με όλες τις ιδιαιτερότητες του κοινωνικού σχηματισμού, αλλά και τα σφάλματα της γραμμής του ΚΚ Ισπανίας, όπου εμφανίζεται ένα μαζικό πολιτικό κίνημα αναφερόμενο στον αναρχισμό.  

Το ρεύμα της αναρχίας ανανεώνεται και αποκτά αναφορά σε κινηματικά ακροατήρια εκ νέου κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 60’ και κυρίως το 70’. Η έκρηξη μαζών της δεκαετίας του 60΄αρχικά μέσα από το αντιπολεμικό κίνημα ενάντια στον πόλεμο στο Βιετνάμ και ακολούθως μέσα από τις εργατικές και νεολαιίστικες εξεγέρσεις με αποκορύφωμα το 1968, αποτελεί μια διεργασία συνολικών ιδεολογικών μετατοπίσεων και κυρίως διάρρηξης των σχέσεων διευρυμένων τάξεων και κοινωνικών στρωμάτων από τα παραδοσιακά ΚΚ. Η επέμβαση της Σοβιετικής Ένωσης στην Πράγα και κυρίως η αδρανής έως ανοιχτά προδοτική στάση των σημαντικών Κομμουνιστικών Κομμάτων της Ευρώπης (ΚΚ Γαλλίας, ΚΚ Ισπανίας) στις εξεγέρσεις του Μάη, γεννά μια τεράστια πολιτική και ιδεολογική κρίση του κομμουνιστικού κινήματος που σφραγίζεται από α) την κήρυξη του «τέλους της ταξικής πάλης» στο εσωτερικό του σοβιετικού κράτους, δηλαδή του τέλους της ίδιας της επαναστατικής προσπάθειας και β) της δομικής μετάλλαξης των παραδοσιακών κομμουνιστικών κομμάτων σε κόμματα ρεφορμιστικών- οικονομικών διεκδικήσεων στο εσωτερικό του αστικού συνασπισμού εξουσίας, τη σταθερότητα του οποίου συχνά προφυλάσσουν.

Το ιδεολογικό και πολιτικό κενό που αφήνει η πολιτική κρίση της ευρύτερης περιόδου των κινημάτων της δεκαετίας του 60’ οδηγεί στην εμφάνιση νέων, πολύ διαφορετικών, πολιτικών ρευμάτων τόσο της επαναστατικής αριστεράς μαοϊκών, ή και τροτσκιστικών, αλλά και ρευμάτων της αναρχίας- αυτονομίας μέσα από τις επιδράσεις εκπροσώπων νέων καλλιτεχνικών ρευμάτων (όπως οι καταστασιακοί), χωρίς τουλάχιστον στην αρχή αυτές οι οργανώσεις να εμφανίζονται με συγκροτημένες ιδεολογικές και θεωρητικές βάσεις. Αυτή η διαμόρφωση θέσεων και δομών εμφανίζεται πιο συγκροτημένα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 70’ μέσα από την αξιοποίηση των συνδικαλιστικών συσπειρώσεων και μορφών παρεμβάσεων που απέκτησαν τα πολιτικά ρεύματα της «νέας αριστεράς» ή και της αυτονομίας στους χώρους ειδικά της νεολαίας. Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελούν οι ΗΠΑ, όπου το πολιτικό κενό της δεκαετίας του 60΄ και η έκρηξη του κινήματος της νεολαίας και των δικαιωμάτων (μαύρων, γυναικών, lgbtqi+ ατόμων) προέκυψε μετά το βαρύ κατασταλτικό χτύπημα στο κομμουνιστικό κίνημα κατά την δεκαετία του 50΄, την περίοδο του μακαρθισμού και του ψυχρού πολέμου που έθεταν εκτός «έθνους» τους αριστερούς, κομμουνιστές και φίλα προσκείμενους. Αδύναμα οργανωτικά και πολιτικά και με μηδαμινή σύνδεση με την εργατική τάξη και τα μικροαστικά στρώματα, τα νέα πολιτικά ρεύματα θα απασχολήσουν περισσότερο (με την εξαίρεση της Ιταλίας) τους χώρους της νεολαίας. Εκτός από την Ιταλία, η στάση των ΚΚ στις εξεγέρσεις του 68 δεν οδήγησε σε σημαντική ρήξη των σχέσεών τους με την εργατική τάξη προς μια ριζοσπαστική κατεύθυνση, αλλά στην ενσωμάτωση και προοδευτική ήττα του αγώνα της εργατικής τάξης.

Μέσα από την ιδεολογική κρίση του 60’ αναδεικνύεται μια νέα μορφή του υπό ευρεία εννοία παραδοσιακού αναρχικού χώρου, η αυτονομία ή άλλες, συχνά καλούμενες πολιτικές ταυτότητες του «ελευθεριακού» χώρου (καταστασιακοί, ελευθεριακός αναρχισμός, «συμβουλιακός κομμουνισμός» κλπ.). Η αυτονομία αποτελεί μια όψη της αντιεξουσιαστικής πολιτικής φιλοσοφίας που στηρίζεται, σε σχέση με την παραδοσιακή αναρχική θεωρία και πρακτική, σε περισσότερο θεωρητικές βάσεις και αναλύσεις από τον «ενστικτώδη» χαρακτήρα της αρχέτυπης αναρχικής αντίληψης και κοσμοθεωρίας. Στοχοποιεί την κατανάλωση, την εκμεταλλευτική φύση της μισθωτής εργασίας, την ιεραρχία. Ενσωματώνει στοιχεία κριτικής από τις εξεγερτικές διαδικασίες της δεκαετίας του 60΄, αναλύει τις επιμέρους δομές και πολύπλοκες μορφές ιδεολογικής / ψυχολογικής κλπ. εξουσίας του σύγχρονου κρατικού μηχανισμού στα δυτικά κράτη και προσανατολίζεται σε μεγάλο βαθμό στην απόρριψη του κράτους ως ενός συνόλου μηχανισμών καταστολής και πειθάρχησης της ατομικής ελευθερίας σκέψης και δράσης. Το ρεύμα της αυτονομίας συνδέεται και επηρεάζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό από το Γερμανικό «Μάη» και το αντιαυταρχικό κίνημα αποναζιστικοποίησης του κρατικού μηχανισμού και επίθεσης στους μηχανισμούς καταστολής και πειθάρχησης. Ταυτόχρονα, συναντιέται με τα πολύμορφα κινήματα ταυτοτήτων, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, και ορατότητας και οικοδομεί μία διαφορετική σε σχέση με την παραδοσιακή αναρχία οπτική της δράσης των υποκειμένων στην κοινωνία, που προσδιορίζεται κρίσιμα ή και κυρίαρχα από τις επιμέρους ταυτοτικές σχέσεις. Έτσι προκύπτουν ιδιαίτερα κανάλια του χώρου αυτού όπως η οικολογική αυτονομία/ πράσινος αναρχισμός, η αυτονομία με έμφαση στα ζητήματα της καταπίεσης βάσει φύλου (αναρχοφεμινισμός) και σεξουαλικότητας κ.ά.

Στο σημείο αυτό παρατηρούμε την εξέλιξη της αναρχικής/ αντιεξουσιαστικής σκέψης στο πέρασμα προς το σύγχρονο καπιταλισμό που εγκαινιάζεται με το κύμα νεοφιλελεύθερων επιθέσεων της δεκαετίας του 70’, που έχει μία δύναμη και μία αδυναμία σε σχέση με προγενέστερα ρεύματα του χώρου αυτού. Από τη μια βασίζεται περισσότερο στην ανάλυση, μία πρόδηλη πολιτική αδυναμία του πρώιμου αναρχισμού, κυρίαρχα ρομαντικού/μεταφυσικού χωρίς καμία συστηματοποίηση και δανείζεται/οικειοποιείται πολιτικούς στόχους που προκύπτουν από τις ριζοσπαστικές εκφράσεις του κινήματος της νεολαίας: τον κατασταλτικό μηχανισμό, τον εκπαιδευτικό μηχανισμό, την ιδεολογία, τον πολιτιστικό μηχανισμό/ κουλτούρα, την κοινωνία της κατανάλωσης. Από την άλλη, απομακρύνεται καίρια και δραματικά από την αντίληψη της κοινωνίας ως ενός σχηματισμού ανταγωνιστικών κοινωνικών τάξεων και την αναφορά στην εργατική τάξη ως κινητήριας επαναστατικής δύναμης. Διαφορετική περίπτωση αποτελεί η Ιταλική Αυτονομία της δεκαετίας του 70’ η οποία συγκροτήθηκε κατεξοχήν στο πλαίσιο μιας σκληρότατης πάλης της εργατικής τάξης, μέσα από οργανώσεις της εργατικής τάξης στους χώρους της δουλειάς στο πλαίσιο του αντιδραστικού ρόλου του ΚΚ Ιταλίας και είχε σημαντική πολιτική και κινηματική ανάδραση με την αντίληψη της επαναστατικής αριστεράς.

Συνολικά και μετά τη βίαιη καταστολή και ήττα του ιταλικού εργατικού κινήματος η αυτονομία ως πολιτικός χώρος παίρνει τη μορφή και φυσιογνωμία της μέσα από αυτές τις διεργασίες των δεκαετιών του 60’ και του 70’ και διαχωρίζεται κάθετα από τη θεμελιώδη παραδοχή της μαρξιστικής- λενινιστικής θεωρίας: την εργατική τάξη ως το επαναστατικό υποκείμενο, τη μόνη δηλαδή τάξη που έχει το αντικειμενικό συμφέρον και τη θέση στις παραγωγικές/ κοινωνικές σχέσης ώστε να ηγηθεί της κοινωνικής επανάστασης. Αν και, όπως είδαμε, ήδη από τις απαρχές της ανάπτυξης του αναρχισμού στα μέσα του 19ου αιώνα αμφισβητείται η σύνθεση του επαναστατικού υποκειμένου, η διαδικασία αυτή της περιόδου προς το νεοφιλελευθερισμό στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό συνιστά μια ποιοτική μεταβολή: Όχι απλώς υποκαθιστά το προλεταριάτο ως επαναστατική κοινωνική δύναμη με άλλες, πιο «αγνές» ή περισσότερο «ιδεολογικά» έτοιμες κοινωνικές κατηγορίες/ μάζες δυνητικά εξεγερτικές (αγρότες, νεολαία), όπως οι θεωρητικοί του αναρχισμού κατά το 19ο – αρχές 20ου αι., που εντούτοις λόγω της άνθησης των εργατικών αγώνων δεν αρνούνται την ύπαρξη της εργατικής τάξης και την κρισιμότητα της απόκτησης σχέσεων με αυτήν. Προχωρά ένα βήμα παραπέρα και αμφισβητεί την ίδια την διαστρωμάτωση της κοινωνίας στη βάση των κοινωνικών τάξεων, δηλαδή της θέσης τους στη βάση της σχέσης τους με τα μέσα παραγωγής και την εργασιακή διαδικασία. Η κοινωνία αντιμετωπίζεται ως ένα σύνολο υποκειμένων/ ταυτοτήτων που υφίσταται πολλαπλές και διακριτές καταπιέσεις στη βάση αποδιδόμενων ρόλων/ αντιθετικών ζευγών. Το άτομο, η εγγενής αξία και ελευθερία του, τίθεται στον πυρήνα της αντικρατικής/ αντιαυταρχικής/ ελευθεριακής αντίληψης. Από μια τέτοια αντίληψη απορρέουν σύγχρονες αυτόνομες αντιλήψεις περί μη ύπαρξης πλέον, στο σύγχρονο καπιταλισμό, εργατικής τάξης και υποκατάστασής της από ένα ενιαίο σύνολο «καταπιεσμένων μαζών». Στο ζήτημα αυτό θα επανέλθουμε αργότερα.

Είναι αυτονόητο ότι, όπως όλοι οι χώροι και τα πολιτικοϊδεολογικά ρεύματα, έτσι και ο ευρύτερος χώρος της αναρχίας/αυτονομίας έχει μετασχηματιστεί στη σύγχρονη φάση του επιθετικού νεοφιλελευθερισμού ως προς τις αναφορές, τη φυσιογνωμία και τις πρακτικές του. Τις τελευταίες δεκαετίες πολλές αναρχικές ομάδες και ρεύματα έχουν αναπτύξει δράση στις χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού με μια φυσιογνωμία που από τη μια ενσωματώνει στοιχεία από όλες τις παραπάνω περιόδους και από την άλλη εντοπίζεται περισσότερο στο πλαίσιο της σύγχρονης μητροπολιτικής ανάπτυξης αλλά και στα αντιπαγκοσμιοποιητικά κινήματα. Και στις δύο περιπτώσεις, οι πρακτικές και η πολιτική αισθητική του ευρύτερου αναρχικού χώρου εστιάζει σε χώρους νεολαιίστικης πολιτικής δράσης στο αστικό περιβάλλον. Κινήματα όπως η Γένοβα ή εξεγερτικές διαδικασίες που ξεσπούν σε μεγάλα καπιταλιστικά κέντρα (Λος ‘Αντζελες, Παρίσι) αποτελούν τη βασική κινηματική αναφορά του χώρου αυτού. Η δράση του σε αυτά έχει μετασχηματίσει τη φυσιογνωμία του ενσωματώνοντας περισσότερο πρακτικές πολιτικής βίας στο αστικό – μητροπολιτικό πλαίσιο και διατηρώντας στοιχεία πολιτικού στίγματος επηρεασμένα από την κριτική της αυτονομίας: καταναλωτισμός, ιεραρχία, μισθωτή σκλαβιά. Οι πρακτική και φυσιογνωμία δεν μπορεί να ιδωθεί ασφαλώς ως ενιαία αλλά παρουσιάζει πολλές διαφορετικές όψεις και σημαντικές διαφορές που αφορούν στην πριμοδότηση της πρακτικής έναντι της πολιτικής προπαγάνδισης ή το αντίθετο, στην υιοθέτηση ή μη δομών συνύπαρξης ή συναπόφασης κλπ. Με διαφορετικό τρόπο δρουν συλλογικότητες της αναρχίας ή της αυτονομίας σε σχέση με άλλες πιο ρευστές συνευρέσεις ατόμων αναρχικών ή αντιεξουσιαστών, που συνδέονται περισσότερο από την κοινή εμπειρία και πρακτική παρά από συγκεκριμένες θέσεις ή αναλύσεις.

2. Η αντιθετική κοσμοαντίληψη αναρχισμού και αυτονομίας με το μαρξισμό- λενινισμό

Η σχέση έντασης μεταξύ αναρχίας και κομμουνιστικού κινήματος, που εκδηλώνεται και στο επίπεδο του κοινωνικού κινήματος, βασίζεται καταρχήν σε αντιθετικές και μη συμβιβάσιμες ιδεολογικές αρχές και θεωρητικές βάσεις.

i. Η αντίληψη για τις τάξεις και την πάλη των τάξεων

Η κλασσική αναρχική αντίληψη δεν απορρίπτει την ταξική ανάλυση της κοινωνίας. Η αναρχική προσέγγιση δανείστηκε καταρχήν τη μαρξιστική ανάλυση για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, αναγνωρίζοντας τη βασική διαίρεση ανάμεσα στην αστική/κεφαλαιοκρατική τάξη και την εργατική τάξη με την ύπαρξη ενδιάμεσων στρωμάτων (μικροαστική τάξη, αγροτιά, νέοι, άνεργοι). Το σημείο που διαφοροποιεί την κλασσική αναρχική αντίληψη από τη μαρξιστική θεώρηση είναι το κριτήριο με βάση το οποίο διακρίνονται οι κοινωνικές τάξεις στον καπιταλισμό. Σύμφωνα με την μαρξιστική ανάλυση τις τάξεις ορίζει η σχέση των ατόμων με την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής εντός ενός συγκεκριμένου τρόπου οργάνωσης της εργασίας, ενός ορισμένου κοινωνικού καταμερισμού εργασίας: «Τάξεις ονομάζονται μεγάλες ομάδες ανθρώπων που ξεχωρίζουν μεταξύ τους, από τη θέση που έχουν μέσα σε ένα ιστορικά καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής παραγωγής, από τη σχέση τους που είναι στο μεγαλύτερο μέρος κατοχυρωμένη και διατυπωμένη με νόμους, προς τα μέσα παραγωγής, από το ρόλο τους στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας και συνεπώς από τους τρόπους που ιδιοποιούνται τη μερίδα του κοινωνικού πλούτου που διαθέτουν και το μέγεθος αυτής της μερίδας»[6].

Η εργατική τάξη, είναι η μόνη τάξη που αποστερείται πλήρως τα μέσα παραγωγής και αποτελεί το απολύτως αντίθετο στη σχέση κεφάλαιο- εργασία, μην έχοντας να πωλήσει παρά την εργατική της δύναμη. Υπό αυτό το πρίσμα, η εργατική τάξη, που δεν έχει να χάσει «παρά μόνο τις αλυσίδες της» σύμφωνα με το μαρξισμό είναι η μόνη, αντικειμενικά, επαναστατική τάξη. Άλλες εκμεταλλευόμενες τάξεις, υπό την έννοια της υπαγωγής της εργασίας τους στο κεφάλαιο (μεσαία στρώματα, αγροτιά) αν και υφίστανται ταξική εκμετάλλευση, που τις θέτει αντιμέτωπες με το κεφαλαιοκρατικό σύστημα, βρίσκονται σε ενδιάμεσες ζώνες έχοντας μέσα στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας στοιχεία μικροϊδιοκτησίας ή μερικού ελέγχου επί της εργασιακής διαδικασίας. Οι ενδιάμεσες τάξεις μοιράζονται στοιχεία και από τις δύο αντίθετες όψεις της ταξικής κοινωνικής διαίρεσης, την εκμετάλλευση και την τάση προς την ταξική υποβάθμιση/ προλεταριοποίηση από τη μία και μια «μικρογραφία» της αστικής εξουσίας από την άλλη, δηλαδή στοιχεία ιδιοκτησίας ή μερικής διεύθυνσης. Ως εκ τούτου, ανάλογα με τη συγκυρία της ταξικής πάλης να πολώνονται προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Οι τάξεις αυτές «Αν είναι επαναστατικές, είναι σχετικά με το επικείμενο πέρασμά τους στο προλεταριάτο, και τότε δεν υπερασπίζουν τα σημερινά, αλλά τα μελλοντικά τους συμφέροντα, εγκαταλείπουν τη δική τους άποψη για να πάνε με την άποψη του προλεταριάτου»[7].

Εφόσον το προλεταριάτο ορίζεται στο πλαίσιο του καπιταλιστικού τόπου παραγωγής ως το ταξικό εκείνο σύνολο που το μόνο που έχει να πωλήσει είναι η εργατική του δύναμη, η ίδια η θέση του αυτή στην σχέση κεφάλαιο- εργασία το καθιστά τάξη επαναστατική, δηλαδή τάξη που εφόσον αναλάβει τη συνολική διεύθυνση της κοινωνίας (την πολιτική εξουσία) τείνει αντικειμενικά προς την αναίρεση της ύπαρξης τάξεων. Υπό αυτήν την έννοια, το ότι η εργατική τάξη δεν έχει να χάσει τίποτε, ορίζεται ο επαναστατικός χαρακτήρας της ως τάξης που έχει άμεσο και αδιατάρακτο συμφέρον για την αναίρεση των όρων ύπαρξης και αναπαραγωγής των τάξεων: «Όταν το προλεταριάτο στην πάλη του ενάντια στην αστική τάξη, συγκροτείται αναγκαστικά σε τάξη, όταν γίνεται με μια επανάσταση κυρίαρχη τάξη και, σαν κυρίαρχη τάξη καταργεί βίαια τις παλιές σχέσεις παραγωγής, καταργεί και τους όρους ύπαρξης της ταξικής αντίθεσης, τις τάξεις γενικά και έτσι και την ίδια τη δικιά του κυριαρχία σαν τάξη»[8].

Η μαρξιστική αντίληψη δεν αρνείται την ύπαρξη ιδεολογικών στοιχείων που προσδιορίζουν τις τάξεις, δηλαδή χαρακτηριστικών που συγκροτούν μια ταξική «αντίληψη» σχετικά με την κοινωνία και τη θέση των επιμέρους υποκειμένων σε αυτήν. Τα βασικά ιδεολογικά σύνολα που μπορούν να αναγνωριστούν αντιστοιχούν στη βασική διάκριση κεφάλαιο/εργασία και είναι και αυτά ανταγωνιστικά. Στη βάση της βασικής διάκρισης μπορούν να αναγνωριστούν δύο ανεξάρτητα και αυτοτελή ιδεολογικά σύνολα, η κυρίαρχη, η αστική ιδεολογία και η εργατική ιδεολογία, σύνολα ανταγωνιστικά και ασυμβίβαστα, όπως και οι φορείς- τάξεις που τις φέρουν. Η αστική ιδεολογία, στηρίζεται στα στοιχεία εκείνα που εγκαθιδρύουν και σταθεροποιούν την κεφαλαιοκρατική εξουσία αφενός (όπως η ιδιοκτησία και ο σεβασμός της) και στα στοιχεία εκείνα που «αποκρύβουν» και «αντικειμενικοποιούν» την εξουσία της όπως η έγκληση των ατόμων στην ατομική τους υπόσταση ως πολιτών (αστικός φιλελευθερισμός). Η εργατική ιδεολογία στηρίζεται στη συγκρότηση και ανάδειξη της συνείδησης της τάξης και της πολιτικής της προοπτικής, στο σπάσιμο της κυρίαρχης αφήγησης περί καπιταλιστικού μονοδρόμου. Τα λοιπά ιδεολογικά υποσύνολα δεν παρουσιάζουν αυτοτέλεια, αλλά ιδεολογικά δάνεια από τις δύο κυρίαρχες τάξεις όπως λχ την αντίληψη της εκμετάλλευσης, της καταπίεσης ή από την άλλη της προσδοκίας για ανέλιξη, της ανασφάλειας που προκαλεί ο κίνδυνος απώλειας ιδιοκτησιακών στοιχείων. Συνεπώς, δεν είναι αληθές ότι ο μαρξισμός βλέπει τις τάξεις να συγκροτούνται «οικονομικά» με σχηματοποιημένο τρόπο, αλλά αντιλαμβάνεται την ταξική διάρθρωση της κοινωνίας ως μια συνολική πραγματικότητα που εκκινά από τη συγκρότηση των σχέσεων παραγωγής (παραγωγική δομή) και καταλαμβάνει κάθε στοιχείο της κοινωνικής ζωής και υπόστασης, το κράτος και τους πολιτικούς μηχανισμούς την ιδεολογία, το βίωμα (υπερδομή).

Ο αναρχισμός, αν και αρχικά αποδέχεται τα βασικά σχήματα των τάξεων όπως ορίζονται από το Μαρξ, ήδη από τις απαρχές του, στηρίζεται στην επίκληση διαφορετικών συνόλων που τίθενται στις δύο πλευρές της ταξικής διαίρεσης της κοινωνίας. Η κλασσική αναρχία απευθύνεται, κατά κύριο λόγο, στους καταπιεσμένους, τους εκμεταλλευόμενους, σε ένα προλεταριάτο υπό ευρεία έννοια. Οι αναρχικοί δεν αποδέχονται τον ορισμό των τάξεων με βάση την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Η ταξική διαίρεση δεν περνάει (ή δεν περνάει μόνο) από την ιεραρχική διαίρεση της εργασίας αλλά και από την κεντρική διαίρεση στην αναρχική κοσμοαντίληψη μεταξύ διευθυντή - διευθυνόμενου, κυρίαρχου - κυριαρχούμενου. Οι σχέσεις εξουσίας/κυριαρχίας δηλαδή η επιβολή ισχύος για τη λήψη αποφάσεων αποτελεί τον πυρήνα της κοινωνικής διαίρεσης για την αναρχική αντίληψη. Η απομάκρυνση από την διάκριση των τάξεων στη βάση της σχέσης τους με τα μέσα παραγωγής και την αναπαραγωγή του κεφαλαίου (κεφαλαιακή σχέση) αντικαθίσταται από γενικότερα και απροσδιόριστα σύνολα «κυρίαρχοι/ κυριαρχούμενοι, εκμεταλλευτές/ εκμεταλλευόμενοι, αφεντικά/δούλοι». Η έννοια του «εξουσιαζόμενου» μπορεί να συμπεριλάβει αδιακρίτως κάθε περίπτωση παρέχοντος εργασία υπό την επίβλεψη/ εποπτεία άλλου, όπως κάλλιστα η έννοια του «εξουσιαστή» μπορεί να συμπεριλάβει κάθε περίπτωση προσώπου που έχει μια (έστω και μικρή / μερική) λειτουργία επίβλεψης επί της εργασίας άλλου. Ταυτόχρονα, καμία τάξη ή ομάδα δεν είναι επαναστατική, αλλά το ίδιο συμφέρον για την επανάσταση έχουν όλοι οι φορείς που μπορούν να χαρακτηριστούν «καταπιεζόμενοι». Ακόμη και στις πιο κοντινές στη μαρξιστική ανάλυση περιπτώσεις αντιλήψεων εντός του α/α χώρου, τα στοιχεία της κλασσικής «μπακουνινικής» παραδοχής για έναν εν μέρει τουλάχιστον καθορισμό τάξεων στη βάση των σχέσεων παραγωγής, προσλαμβάνονται με το σύγχρονο τρόπο κατανόησης του κοινωνικού ανταγωνισμού από τον α/α χώρο στη βάση ιδεολογικών συνόλων (υποταγή με την έννοια του ελέγχου των αποφάσεων του ατόμου) που απομακρύνονται από το ταξικό κριτήριο.

Η επίκληση μιας γενικής τάξης «καταπιεσμένων»/ «σύγχρονων προλετάριων» ανταποκρίνεται πράγματι στις παραδοχές και τη φυσιογνωμία του αναρχικού ιδεολογικού ρεύματος που απευθύνεται σε ταξικά απροσδιόριστες εκμεταλλευόμενες μάζες και για το λόγο αυτό αδυνατεί να ψηλαφήσει μια πολιτική παρέμβασης σε συγκεκριμένες εργαζόμενες τάξεις, στη βάση της θέσης τους και των υλικών τους συμφερόντων, μια στρατηγική οικοδόμησης κοινωνικού ταξικού μπλοκ που θα συγκροτείται και θα στηρίζεται από συγκεκριμένες κοινωνικές δυνάμεις. Αντίθετα, οι επαναστάτες ορίζονται από στοιχεία περισσότερο ιδεολογικά ή και εντελώς εξωτερικά από την κεφαλαιοκρατική σχέση εκμετάλλευσης. Η ιδεοληπτική – βουλησιαρχική αυτή σύλληψη των «τάξεων» αποτυπώνει με ακρίβεια τη φυσιογνωμία του αναρχικού επαναστατικού κινήματος, ένα άμορφο και κοινωνικά απροσδιόριστο σύνολο εξεγερμένων μαζών, ατόμων, που δεν συνδέονται στην κοινή τους πάλη από τα κοινά υλικά συμφέροντά τους στη βάση της θέσης τους στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, αλλά από τη βούληση για αποτίναξη κάθε είδους ζυγού (εργοδοτικού, κρατικού, αορίστως «εξουσιαστικού»).

Οι σύγχρονες αφηγήσεις του αναρχικού και κυρίως αυτόνομου χώρου (όχι στο σύνολό του, βλ. για παράδειγμα την περισσότερο επικεντρωμένη στην εργατική τάξη προσέγγιση της ιταλικής αυτονομίας με βασικό εκπρόσωπο τον Τόνι Νέγκρι[9]) εκκινώντας από αυτήν την περισσότερο «ιδεολογική» σύλληψη προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα, κάνοντας λόγο για συνολική αδυναμία προσδιορισμού της ταξικής διαίρεσης της οικονομίας στη βάση της σχέσης/κεφάλαιο εργασία και με άξονα τη σχέση με τα μέσα παραγωγής. Η κλασσική μαρξιστική ανάλυση περί τάξεων αντιμετωπίζεται ως «ξεπερασμένη», αντιστοιχούσα σε μια προηγούμενη φάση του 19ου – αρχών 20ου αιώνα, της εποχής της ανάπτυξης της βιομηχανίας. Θεωρητικοί όπως οι Καστοριάδης, Μπούτσκιν διακηρύσσουν το τέλος της μαρξιστικής αναζήτησης για επαναστατικό υποκείμενο στην εργατική τάξη και αναζητούν άλλα διαταξικά σύνολα. Ο Καστοριάδης ανάγει σε βασικό στοιχείο της κοινωνικής καταπίεσης την ιεραρχική γραφειοκρατία και ορίζει την κοινωνική διάκριση σε «διευθύνοντες/ διευθυνόμενους» καθόσον η κλασσική διάκριση των τάξεων δεν επαρκεί πλέον κατ΄ αυτόν για την αποτύπωση της πραγματικότητας της ιεραρχικής γραφειοκρατίας, που αποτελεί το βασικό στοιχείο κυριαρχίας στον σύγχρονο καπιταλισμό και όχι η μαρξιστική θέση για την ισχύ του κεφαλαίου[10].

Πάνω σε αυτές τις βάσεις στηρίζεται και η φυσιογνωμική διαφορά του κομμουνιστικού κινήματος με τον α/α χώρο, που αναπτύσσει συνήθως μια άμαζη, ιδεολογική παρέμβαση που συνοδεύεται από καυστικό στίγμα. Η υποκατάσταση της μαρξιστικής ανάλυσης για τις ταξικές σχέσεις από ευρύτερες έννοιες όπως οι «ιεραρχικές κοινωνικές σχέσεις» χωρίς συγκεκριμένο οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο, διαχέει την καπιταλιστική ευθύνη και ενοχή οριζόντια στην κοινωνία και συσκοτίζει την ταξική συνείδηση. Απότοκο αυτής της αντίληψης είναι οι αντικοινωνικές λογικές που τιτλοφορούν «καταπιεστή» κάθε υποκείμενο μεσαίων ή και χαμηλών μικροαστικών στρωμάτων, που ειδικά σε περιόδους όπως η σημερινή υποβαθμίζονται και φτωχοποιούνται με αποτέλεσμα τα συμφέροντά τους να συγκλίνουν με αυτά της εργατικής τάξης. Υπάλληλοι ή μικροϊδιοκτήτες ταυτίζονται με το κεφάλαιο υπό το γενικό πρίσμα «αφεντικά». Ακόμη χειρότερα, ιδεολογικό προχώρημα αυτής της λογικής είναι η απόλυτη ιδεολογικοποίηση της διάκρισης και ο διαχωρισμός επαναστατών και αντιπάλων στη βάση της ιδεολογικής «επαναστατικής» τοποθέτησης («ρουφιάνοι/προσκυνημένοι») και αυτό σε μια περίοδο ιδεολογικής υποχώρησης της εργατικής τάξης και των βαθύτερα εκμεταλλευόμενων στρωμάτων (προλεταριάτο, μετανάστες, εργαζόμενοι σε υπηρεσίες). Αποτέλεσμα είναι το επαναστατικό αγγελτήριο να απευθύνεται σε όποιον πρόθυμο για επαναστατική δράση και κατ’ αποτέλεσμα στη νεολαία – μελλοντική μικροαστική διανόηση που συγκεντρώνει περισσότερους υλικούς και πολιτικούς όρους για ιδεολογικές αναζητήσεις. Η λογική αυτή του τύπου «βρες τον εχθρό στο πρόσωπο του υποταγμένου συμφοιτητή σου/ συναδέλφου σου» καταλήγει να αναπαράγει διχασμούς στο εσωτερικό των λαϊκών τάξεων.

Δεν είναι τυχαία η ανάπτυξη και διευρυμένη αναπαραγωγή των θεωριών περί του τέλους της ταξικής θεωρίας σε μια περίοδο ωριμότητας της φάσης μεγάλης ανάπτυξης του δυτικού καπιταλισμού μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο στη Δύση, στα πρόθυρα της οικονομικής κρίσης. Ο Μάης του 68’ συμβολίζει το πέρασμα από το μαζικό καπιταλισμό του 50-60’ στην οικονομική κρίση και την αναζήτηση ενός νέου οικονομικού μοντέλου περιορισμού των εργατικών κατακτήσεων και καθήλωσης του λαϊκού εισοδήματος, του νεοφιλελευθερισμού. Ο μεταπολεμικός καπιταλισμός γνώρισε ανθηρές οικονομίες και οικονομικές πολιτικές ενσωμάτωσης των μαζών στο όνειρο της καπιταλιστικής ανάπτυξης βάσει της κεϋνσιανής πολιτικής. Μεγιστοποίησε τα μικροαστικά και μεσαία στρώματα (εμπόρους, επαγγελματίες υπηρεσιών, διοικητικό προσωπικό, υπαλληλικό προσωπικό στον ιδιωτικό τομέα κλπ.). Στα τέλη του 60’ και ειδικά μετά τα κινήματα του 68,΄που τροφοδότησαν τις συνθήκες εκδήλωσης κρίσεων και την ανάγκη του κεφαλαίου για κεφαλαιώδεις αναδιαρθρώσεις της παραγωγής και των κρατικών μηχανισμών το 70’, ο δυτικός καπιταλισμός έχει ήδη ξεκινήσει τη καθήλωση των εισοδημάτων της εργατικής τάξης. Η εργατική τάξη, υπό την επίδραση των ρεφορμιστικών προγραμμάτων «εθνικής ανάπτυξης» των ΚΚ και μετά τις ήττες των εργατικών εξεγέρσεων του 68’, είναι αδύναμη να αποτρέψει το κύμα αναδιαρθρώσεων και υφίσταται πολλαπλές υλικές ήττες, χάνοντας συγχρόνως την ιδεολογική και πολιτική αίγλη που της είχαν εξασφαλίσει οι επαναστάσεις και αγώνες προηγούμενης περιόδου ως τάξης οργανωτή και ηγέτη νικηφόρων κοινωνικών αγώνων. Η αμφισβήτηση του ιστορικού ρόλου της εργατικής τάξης απορρέει, σε μεγάλο βαθμό, από την ήττα της εργατικής τάξης και τροφοδοτείται από την ιδεολογική αντεπανάσταση του νεοφιλελευθερισμού από το 70’ και ύστερα, που στρέφει το ιδεολογικό επίκεντρο στο άτομο και τις πτυχές της ελευθερίας του υποκαθιστώντας τις ταξικές συλλογικές διεκδικήσεις. Η αναζήτηση του χώρου της «ελευθερίας» από κάθε μορφής καταπίεση αποτελεί την ύστερη μικροαστική μετάφραση των κινημάτων του 68’ ειδικά στους χώρους των διανοουμένων και των ανώτερων μικροαστικών στρωμάτων, υπό το βάρος της υποχώρησης της εργατικής τάξης από το πολιτικό προσκήνιο.

Η θεμελιώδης αυτή άρνηση της ύπαρξης και σχέσης των τάξεων, συνέχεται και αλληλεπιδρά με την αντίληψη της αναρχίας για το κράτος, που αποτελεί την πιο πρόδηλη διαιρετική τομή μεταξύ του α/α χώρου και του μαρξισμού – λενινισμού. Αναφερθήκαμε στα προηγούμενα στην αδυναμία του α/α ρεύματος να αντιληφθεί την έννοια που Μαρξ και Λένιν αποδίδουν στο χαρακτηρισμό της εργατικής τάξης ως επαναστατικής, έννοιας που αναφέρεται κατεξοχήν στον τρόπο με τον οποίο οι εκμεταλλευόμενες τάξεις υπό την ηγεμονία της εργατικής θα πορευθούν προς την κατάργηση των τάξεων, τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας σε κοινωνία αταξική. Αντίθετα, το α/α ρεύμα περισσότερο αναφέρεται κατά τη χρήση του όρου αυτού στην ίδια την πράξη, τη στιγμή της επανάστασης. Η διάσταση αυτή δεν είναι τυχαία, ούτε συγκυριακή. Προκύπτει από την άρνηση του ρεύματος αυτού απέναντι στο κύριο μέσο του επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας για την μαρξιστική- λενινιστική αντίληψη: την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου, του εργατικού κράτους.

ii. Η αντίληψη για το κράτος

- Κράτος και εκμετάλλευση για το μαρξισμό - λενινισμό

Σύμφωνα με τη μαρξιστική αντίληψη το Κράτος δεν μπορεί να ορισθεί έξω από το πλαίσιο ενός ορισμένου τρόπου παραγωγής, με τις ειδικές ταξικές σχέσεις, μορφές και αντιφάσεις που τον προσδιορίζουν. Ήδη στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, το κράτος προσδιορίζεται ως η «επιτροπή διαχείρισης των κοινών υποθέσεων της αστικής τάξης στο σύνολό της», σχεδιάζοντας και εφαρμόζοντας ως συλλογικός ιδεατός κεφαλαιοκράτης τη γενική πολιτική στρατηγική της αστικής τάξης, με την έννοια του αστικού μπλοκ εξουσίας. Τη βάση της υλικής διάρθρωσης του κράτους και της εξουσίας πρέπει να την αναζητήσουμε στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας. Η δομή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής γίνεται αιτία, σε ό,τι αφορά τις σχέσεις ανάμεσα στο κράτος και την οικονομία, ενός σχετικού χωρισμού κράτους και οικονομικού χώρου, χωρισμού που βρίσκεται στη βάση της ιδιάζουσας θεσμικής διάρθρωσης του καπιταλιστικού Κράτους. Ο χωρισμός αυτός είναι η συγκεκριμένη μορφή που παίρνει στον καπιταλισμό η οργανική παρουσία της πολιτικής στις σχέσεις παραγωγής και συνακόλουθα στην αναπαραγωγή τους.

Το Κράτος ως ένα σύνολο μηχανισμών (πολιτικός μηχανισμός εκπροσώπησης, διοικητικός μηχανισμός, ιδεολογικοί μηχανισμοί, κατασταλτικός μηχανισμός), μέσα από τη σχετική του αυτονόμηση από το κατεξοχήν πεδίο των παραγωγικών σχέσεων, εγγυάται την ύπαρξη και αναπαράγει την καπιταλιστική αστική εξουσία. Η ταξική εξουσία, που εδράζεται στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας και στην εκμεταλλευτική σχέση (σχέση των κοινωνικών ομάδων με τα μέσα παραγωγής), κατέχει κατά τη μαρξιστική αντίληψη το προβάδισμα έναντι των μηχανισμών που τις ενσαρκώνουν, και κυρίως του κράτους. Για να επιτελέσει το ρόλο του το καπιταλιστικό κράτος χρησιμοποιεί το μονοπώλιο της βίας που έχει διατηρήσει και νομικά εξασφαλίσει για τον εαυτό του, ενώ συγχρόνως βασίζεται σε μηχανισμούς συναίνεσης και οικοδόμησης συμμαχιών/υποταγής καθώς και μια σειρά μηχανισμών που συστηματοποιούν, διαχέουν και αναπαράγουν την κυρίαρχη αστική ιδεολογία.

Το κράτος για το μαρξισμό, όπως συμπληρώνεται από την κρυστάλλινη λενινιστική αντίληψη για το κράτος, αποτελεί πεδίο συμπύκνωσης και αναπαραγωγής συγκεκριμένων ταξικών σχέσεων κυριαρχίας/υποταγής και για το λόγο αυτό αποτελεί πεδίο παρέμβασης της εργατικής τάξης μέσα από τους αυτοτελείς (και ανταγωνιστικούς προς το κράτος) μηχανισμούς της, το κόμμα της εργατικής τάξης με σκοπό την εκπροσώπηση των ταξικών αγώνων στο πολιτικό επίπεδο και την όξυνση των αντιφάσεων του κράτους, δηλαδή σε τελική ανάλυση των αντιφάσεων της αστικής στρατηγικής που εμπεριέχει επιμέρους επιδιώξεις μερίδων του κεφαλαίου ή και διαφορετικές κοινωνικές στρατηγικές ηγεμονίας/ενσωμάτωσης των εκμεταλλευόμενων τάξεων. Τόσο οι επιμέρους αγώνες για τη βελτίωση των όρων ζωής του λαού όσο και ο επαναστατικός αγώνας για την καταστροφή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής προϋποθέτουν, για το μαρξισμό- λενινισμό, την παρέμβαση στο κράτος και ειδικότερα στο πολιτικό πεδίο του εποικοδομήματος, όπου συμπυκνώνονται και επιλύονται οι ταξικές αντιθέσεις και ανταγωνισμοί. Η επανάσταση για τους μαρξιστές –λενινιστές ξεκινά με την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας, τη διάλυση του αστικού κράτους και την δημιουργία του κράτους της εργατικής τάξης. Η εργατική τάξη, επιβάλλοντας «τη δικτατορία» της, δηλαδή την εξουσία της πάνω στην αστική τάξη, που θα παραμένει κυρίαρχη στο οικονομικό – κοινωνικό επίπεδο όσο δεν μετασχηματίζονται οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, σκοπεύει στην κατάργηση των τάξεων και στο αποτέλεσμα της «απονέκρωσης», του μαρασμού του κράτους. Το κράτος σε μια κοινωνία όπου ο πλούτος θα παράγεται και θα διανέμεται χωρίς ταξικές- εκμεταλλευτικές σχέσεις, δεν θα είναι αναγκαίο αλλά ούτε και νοητό, εφόσον δεν θα υφίσταται συγκεκριμένη ταξική κυριαρχία την οποία ένας κρατικός μηχανισμός να πρέπει να εκπροσωπήσει. Παρατηρούμε, συνεπώς, ότι τα δύο το κρίσιμα στοιχεία στη μαρξιστική ανάλυση του κράτους είναι κομβικά τα εξής:

α) η διαπίστωση ότι το κράτος δεν είναι ένας αυθύπαρκτος, ουδέτερος μηχανισμός που υφίσταται και αναπαράγεται για τον εαυτό του, αλλά ένας σύνολο μηχανισμών που υφίσταται επειδή (και για όσο χρονικό διάστημα) οι σχέσεις παραγωγής αναπτύσσονται με βάση την εκμεταλλευτική σχέση κεφάλαιο- εργασία.

β) Το κράτος δεν μπορεί να πάψει ναι υπάρχει τη στιγμή της επαναστατικής ανατροπής. Η επανάσταση, εξάλλου, δεν αποτελεί μια στιγμή στην ιστορία, τη στιγμή της κατάλυσης του αστικού κράτους, αλλά μία διαδικασία μετασχηματισμού των ταξικών σχέσεων ώσπου να πάψουν τέτοιες να αναπαράγονται. Είναι η διαδικασία της αναίρεσης κατά βάση στο πεδίο των παραγωγικών σχέσεων των όρων της αναπαραγωγής των τάξεων. Για την αναίρεση αυτής χρειάζεται να υπάρξει επιβολή και «καταπίεση» των πραγματικών εξουσιών του κεφαλαίου μέσα από την ανάληψη της πολιτικής εξουσίας και του κράτους από την εργατική τάξη, με την έννοια της οργάνωσης της εξουσίας του προλεταριάτου επί της αστικής τάξης.

- Το Κράτος και η ελευθερία για τους αναρχικούς

Για τους αναρχικούς το Κράτος ανάγεται από μηχανισμό/δομή (ή ενότητα μηχανισμών) σε σχέση και τοποθετείται, ως ένας ακόμη αυτοτελής καταπιεστής πλάι στο κεφάλαιο. Έτσι, ακόμη και για τον κλασσικό αναρχισμό, που δεν αρνείται την ταξική εκμετάλλευση στις παραγωγικές σχέσεις, οι σχέσεις εκμετάλλευσης (οικονομικής) συμπληρώνονται από ένα εξίσου ή και περισσότερο καταπιεστικό στοιχείο, τις σχέσεις εξουσίασης. Οι ιεραρχικές, εξουσιαστικές σχέσεις που αναπτύσσονται στη μικροκλίμα μεταξύ επιμέρους ατόμων (στο πλαίσιο της δουλειάς, της οικογένειας της κοινωνικής συμβίωσης κλπ) προέρχονται και αγκαλιάζονται από τη βασική εξουσιαστική σχέση: τη σχέση κράτους – ατόμου. Το Κράτος αυτονομείται απόλυτα και ασκεί μια δική του, αυτόνομη εξουσία και καταπίεση, στο πλάι του κεφαλαίου, των καπιταλιστών, ή και χωρίς αυτούς, για όσους ενστερνίζονται τις θέσεις περί μη ύπαρξης πλέον ταξικών διαχωρισμών. Το Κράτος ως βασικός οργανωτής της ιεραρχίας, της επιβολής και της εξουσίας διαχέει κάθετα στην κοινωνία σχέσεις ιεραρχίας τις οποίες μιμούνται τα άτομα ασκώντας εξουσία ακόμη και στο εσωτερικό της ίδιας της τάξης. Τέτοιες σχέσεις εξουσίασης μεταξύ των ατόμων, ανεξαρτήτως της ταξικής σχέσης τους, αναγνωρίζει ο αναρχισμός και δη ως το ίδιο σημαντικές -ή και περισσότερο- με τις σχέσεις εκμετάλλευσης. Ως εκ τούτου, κατά την αναρχική αντίληψη, η εξουσία του Κράτους δεν είναι (ή τουλάχιστον δεν είναι μόνο) φορτισμένη από τα ταξικά συμφέροντα συγκεκριμένης εκμεταλλεύτριας τάξης, αλλά είναι η ίδια ο φορέας της εκμετάλλευσης των ατόμων που υπόκεινται στο κράτος. Όντας ένας αυθύπαρκτος πόλος καταπίεσης το κράτος:

α) δεν εκπροσωπεί τα συμφέροντα της κυρίαρχης καπιταλιστικής τάξης, ή ακόμη και εάν σε έναν βαθμό τα εκπροσωπεί, εκφράζει και τη δική του, αυτοτελή, εξουσιαστική βούληση

β) δεν είναι μηχανισμός στον οποίον αντανακλάται και εκφράζεται ένας ορισμένος ταξικός συσχετισμός δύναμης. Το Κράτος για τους αναρχικούς ανάγεται σε μία υπέρ-μηχανή καταπίεσης πάνω από τα άτομα χωρίς να έχει νόημα να διακριθούν οι επιμέρους μηχανισμοί του κατά τον τρόπο που οι μαρξιστές - λενινιστές διακρίνουν τους μηχανισμούς του εποικοδομήματος σε πολιτικό – μηχανισμό, ιδεολογικούς μηχανισμούς και καταστατικό μηχανισμό. Με βάση την παραπάνω λογική, καμία παρέμβαση στο εσωτερικό του κράτους, ούτε στον πολιτικό – εκλογικό μηχανισμό, ούτε στους μηχανισμούς όπως η εκπαίδευση, η διοίκηση κλπ δεν μπορεί να επιδιώκεται. Η απάντηση, κατά το αναρχικό ρεύμα, βρίσκεται στη γενική άρνηση του να αποτελεί κανείς «γρανάζι» της ισοπεδωτικής καταπιεστική μηχανής του κράτους, το εξωτερικό χτύπημα του κράτους. Η παρέμβαση στους μηχανισμούς κράτους ακόμη και μέσω αυτοτελών πολιτικών οχημάτων κατά τον τρόπο που το κάνει η αριστερά και το κομμουνιστικό κίνημα, ερμηνεύεται στην καλύτερη περίπτωση ως ενσωμάτωση και υποταγή και στη χειρότερη ως επιδίωξη των κομμουνιστών να αναλάβουν τον κρατικό μηχανισμό για να ασκήσουν τη δική τους ιεραρχική, καταπιεστική εξουσία.

Έτσι, η σύγκρουση μαρξισμού- αναρχισμού μπορεί να κωδικοποιηθεί στην εξής αντίθεση: Οι μαρξιστές όταν μιλούν για κράτος εννοούν πάντοτε το κράτος που υφίσταται σε έναν ορισμένο τρόπο παραγωγής και σήμερα το καπιταλιστικό κράτος. Οι αναρχικοί όταν μιλούν για κράτος αναφέρονται σε οποιοδήποτε κράτος, οποιοδήποτε δομημένο μηχανισμό εκπροσώπησης, έκφρασης και επιβολής της πολιτικής εξουσίας, ανεξαρτήτως των παραγωγικών- κοινωνικών σχέσεων. Η άρνηση της ταξικής προέλευσης και του ταξικού προσανατολισμού του κράτους εξηγεί και στηρίζει το θεωρητικό οικοδόμημα της «αναρχίας» ως στόχου και οράματος. Η αναρχία, δηλαδή η κοινωνία χωρίς αρχή (=εξουσία) ταυτίζεται με την κοινωνική συμβίωση των ατόμων χωρίς ιεραρχικές σχέσεις και σχέσεις εξουσιαστή/εξουσιαζόμενου. Οι αναρχικοί απορρίπτουν το πέρασμα στην μη εκμεταλλευτική κοινωνία μέσα από τη χρήση του κρατικού μηχανισμού. Το καπιταλιστικό κράτος και το εργατικό κράτος αποτελούν ένα και το αυτό, συντηρούν και διαιωνίζουν το πρόβλημα, δηλαδή την (άνευ προελεύσεως) εξουσία. Η αναρχική κοινωνία θα επιτευχθεί με την πλήρη κατάργηση του κράτους και κάθε εκμεταλλευτικής σχέσης. Η παράβλεψη του γεγονότος ότι οι επαναστατικές ανατροπές όχι απλά δεν σημαίνουν την κατάλυση της εξουσίας, αντίθετα προκαλούν τη λυσσαλέα μάχη της καπιταλιστικής τάξης να διατηρήσει την εξουσία της και κυρίως εκεί που πραγματικά ασκείται, στις σχέσεις παραγωγής, προσδίδει στοιχεία ρομαντισμού- ουτοπισμού στην αντίληψη αυτή για το τέλος του κράτους.

Η χαοτική απόσταση στην αντίληψη για το κράτος αποτελεί τον πυρήνα της δομικής ιδεολογικής και πολιτικής έντασης μεταξύ κομμουνιστών και αναρχικών. Οι αναρχικοί ταυτίζουν το σοσιαλισμό με τον καπιταλισμό αφού και οι δύο πλευρές είναι «κρατιστές», υπέρμαχοι του κράτους και συνεπώς και οι κομμουνιστές είναι το ίδιο εξουσιαστές. Για το λόγο αυτό, ο αναρχισμός ιστορικά επιτίθεται στα πιο σημαντικά παραδείγματα κοινωνικών και εργατικών επαναστάσεων στη γη. Έτσι, τα ρεύματα του α/α χώρου συγκρότησαν την ταυτότητά τους και την πολιτική τους παρέμβαση απέναντι στο σοβιετικό κράτος, στους «καταπιεστές» ή «δολοφόνους» Λένιν, Στάλιν, Μάο, απέναντι στην κινέζικη, την κουβανική επανάσταση και τόσα άλλα παραδείγματα κοσμογονικών επαναστάσεων που γέννησαν και τροφοδότησαν το εργατικό και κοινωνικό κίνημα σε παγκόσμιο επίπεδο. Έτσι, παρότι υπήρχαν περιπτώσεις εκφραστών του ρεύματος αυτού που ενσωματώθηκαν στα μεγάλα ταξικά κινήματα, υπήρχαν όμως και άλλες τέτοιων φορέων που ανέπτυσσαν μια αντιδραστική λογική για κομμουνιστικό κίνημα, δηλαδή ότι πρόκειται για ομάδες επίδοξων πραξικοπηματιών και εκμεταλλευτών[11]. Ειδικής μνείας χρήζει η ιστορική συγκρότηση του χώρου της αναρχίας και αυτονομίας στην Ελλάδα απέναντι στο επαναστατικό κίνημα του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Η έλλειψη ιστορικής πολιτικής παρουσίας σε έναν κοινωνικό σχηματισμό όπως η Ελλάδα, που σοβείται από το γιγαντιαίο εαμικό κίνημα επί τόσες δεκαετίες, δεν παρέχει στο νεαρό ρεύμα της ελληνικής αναρχίας που αναπτύσσεται στα τέλη του 70’, εκπροσώπους ή πρόσωπα που να έχουν κάποια σύνδεση με το ταξικό και λαϊκό κίνημα, ενώ ο χώρος του κινήματος της νεολαίας κυριαρχείται από καθεστωτικές δυνάμεις (ΚΝΕ, ΠΑΣΠ). Βασικά πρόσωπα στην οικοδόμηση του ιδεολογικού προσανατολισμού της αναρχίας σε αυτές τις απαρχές της όπως ο Άγις Στίνας (Σπύρος Πρίφτης), ο οποίος δραστηριοποιείται ενεργά συνδεόμενος με πρόσωπα για την οργάνωση εντύπων και ομάδων[12], επιδρούν γεννώντας μια αντιεαμική φυσιογνωμία. Η αντίθεση στο ΕΑΜικό κίνημα αποτελεί την ιστορική/ πολιτική τομή που διχάζει με δομικό τρόπο το κομμουνιστικό κίνημα από τον α/α χώρο, στο πλαίσιο ειδικά του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού.

iii. Η ιδέα της «ελευθερίας»

Η αντίληψη των αναρχικών αλλά και του βασικού πυρήνα του ρεύματος της αυτονομίας σε σχέση με το κράτος και τις ταξικές σχέσεις κουβαλά μέσα της μία σοβαρή συγγένεια με την αστική φιλελεύθερη πολιτική φιλοσοφία και συγκροτείται γύρω από έναν κοινό πυρήνα, την «ελευθερία» αποδιδόμενη σε ορισμένο υποκείμενο, δηλαδή εν ολίγοις την «ελευθερία του ατόμου». Σύμφωνα με την κλασσική αντίληψη του αστικού φιλελευθερισμού το κύριο προστατευτέο αγαθό είναι η ελευθερία του ατόμου, η αυτονομία και ο αυτοκαθορισμός υπό την έννοια ότι το κάθε άτομο με βάση την προσωπική του βούληση γνωρίζει καλύτερα τα ατομικά του συμφέροντα. Κύριος αντίπαλος της ευτυχίας, προσωπικά ιδωμένης, είναι οι παρεμβάσεις στην υποκειμενικά ορισμένη ατομική ελευθερία, είτε από άλλο άτομο είτε πολλώ μάλλον από το κράτος με την οργανωμένη πυγμή του. Το παρεμβατικό κράτος είναι αντίπαλος του φιλελευθερισμού και παρεμποδίζει την ελευθερία του ατόμου να διαμορφώσει τη ζωή του με βάση τις προσωπικές επιθυμίες και κλίσεις του. Ο φιλελευθερισμός αποτελεί την κυρίαρχη πολιτική θεωρία και φιλοσοφία πάνω στην οποία οικοδομήθηκαν και εδραιώθηκαν τα αστικά καπιταλιστικά κράτη και μέσω της οποίας η αστική ιδεολογία κατέστη ηγεμονική και κυρίαρχη. Στο πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, η αναδυόμενη στην εξουσία τάξη των εμπόρων και βιοτεχνών ενστερνίστηκε και συστηματοποίησε τη φιλελεύθερη πολιτική φιλοσοφία και αντίληψη προκειμένου να επιτύχει την απαγκίστρωση από τους ισχυρούς θεσμούς φεουδαρχικής εξουσίας και να εδραιώσει τους όρους της κοινωνικής εξουσίας της (και βασικά την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής), η οποία ως νέα μορφή εξουσίας υποτάσσει την προσφερόμενη εργατική δύναμη στην εξουσία της. Η κατοχύρωση δικαιωμάτων με υποκείμενο το άτομο στα νέα αστικά συνταγματικά κείμενα (ατομικά δικαιώματα) αποτελεί μια θεσμική επανάσταση που επιτυγχάνει δύο στόχους: πρώτον, κατοχυρώνει τη βάση της νέας εκμεταλλευτικής σχέσης κεφάλαιο – εργασία και δεύτερον παράγει την αναγκαία συναίνεση στην αναπαραγωγή της εκμετάλλευσης, δηλαδή την απόκρυψη της ταξικής σχέσης ως πηγής της εκμετάλλευσης αυτής. Η τοποθέτηση του ατόμου στην κοσμοαντίληψη της ανθρωπότητας αποτελεί τη μεγαλύτερη επαναστατική κατάκτηση της αστικής τάξης, συσκοτίζει την εξουσία της, η οποία δεν ασκείται από άτομο σε άτομο αλλά από τάξη σε τάξη. Ο νεοφιλελευθερισμός όχι απλώς δεν απορρίπτει αυτήν την επαναστατική έννοια, αλλά την συνεχίζει και βαθαίνει την κοινωνική λειτουργία της. Το κυρίαρχο άτομο τοποθετείται στο επίκεντρο της κοινωνικής αξιολόγησης. Υπάρχουν, έτσι, άτομα με μικρότερη ή μεγαλύτερη θέληση ή και αξία. Το άτομο, το οποίο είναι δήθεν «εκ φύσεως» ανταγωνιστικό και εγωκεντρικό ον, πρέπει να αφεθεί ελεύθερο, το παλιό παρεμβατικό κράτος να αποσυρθεί και στη θέση του να αφεθεί ανόθευτη η αρένα των ατομικών επιδιώξεων[13].

Στον αντίποδα στέκεται η μαρξιστική κατανόηση της κοινωνίας στη βάση του ιστορικού υλισμού. Οι μαρξιστές δεν αποδέχονται την αφήγηση που αντιμετωπίζει τις κοινωνίες ως συμβιώσεις ατόμων, ατομικών υποκειμένων, αλλά αναγνωρίζουν την κοινωνία ως το πεδίο των σχέσεων συγκροτημένων ταξικών συνόλων. Δρουν για να αποκαλύψουν τα στοιχεία ενότητας μεταξύ των υποκειμένων που ανήκουν στην ίδια τάξη και όχι για τονίσουν την ατομική μοναδικότητα κάθε επιμέρους υποκειμένου. Αντιλαμβάνονται ότι το άτομο δεν αναπτύσσει ιδιοσυγκρασιακές, «φυσικές» κλίσεις και επιθυμίες, αλλά αυτές είναι ήδη σε έναν βαθμό διαμορφωμένες με υλικό τρόπο στη βάση αφενός της ταξικής ένταξης και αφετέρου της κυρίαρχης, της ηγεμονικής κουλτούρας και ιδεολογίας. Ο μαρξισμός αποτελεί ένα ξεκάθαρα υλιστικό σύστημα αντίληψης της πραγματικότητας. Στοχεύει στην αποκάλυψη των ταξικών σχέσεων εκμετάλλευσης που θάβονται πίσω από την τοποθέτηση του ατόμου πάνω από το κοινό βίωμα των ανθρώπων που υφίστανται την καπιταλιστική καταπίεση.

Η αναρχική και εν πολλοίς και η αυτόνομη αντίληψη της πραγματικότητας παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη ταυτολογία με τη φιλελεύθερη θεώρηση. Όσο απομακρύνεται από την ταξική ανάλυση, τόσο προσεγγίζει στην τοποθέτηση της ατομικής ελευθερίας ως του βασικού αγαθού που υφίσταται το ζυγό της καταπίεσης. Ο αναρχικός επιδιώκει να είναι ένας άνθρωπος ελεύθερος να επιλέξει τη ζωή, τις κλίσεις και τις επιθυμίες του και ελπίζει να χτίσει μια κοινωνία τέτοια όπου το άτομο θα είναι απαλλαγμένο από την παρέμβαση του άλλου ή του κράτους. Ο διπλανός καταπιεστής, ο ανώτερος στην ιεραρχία πλήττει την προσωπική ελευθερία του ατόμου να επιλέξει την ταυτότητά του όπως θεωρεί ορθό. Η κοινωνία της ελευθερίας, λοιπόν, θα είναι αυτήν στην οποία αθροιστικά όλες οι ατομικές ελεύθερες βουλήσεις θα συνυπάρξουν, μια σκέψη που προϋποθέτει λογικά και αναγκαία ότι υφίσταται μια αρχική, αγνή προσωπική και ελεύθερη βούληση του ατόμου, την οποία καταπιέζει και δεν αφήνει να εκφραστεί ο εξουσιαστής, το «αφεντικό», το κράτος. Δεν υφίσταται μεγαλύτερη αυταπάτη από μια τέτοια αντίληψη που παραπέμπει στις μεταφυσικές φιλοσοφίες του «πρώτου», απείραχτου «φυσικού» ανθρώπου. Η βούληση και η επιθυμία είναι προϊόντα μιας ορισμένη κοινωνίας, σε έναν ορισμένο τόπο και χρόνο. Υπάρχει το συγκεκριμένο, το υλικό συμφέρον που ορίζεται συλλογικά στη βάση της θέσης του ατόμου σε μια συλλογική εκμεταλλευτική σχέση. Υπάρχει, επιπλέον, η επιθυμία και η βούληση που διαμορφώνονται με βάση τα ιδεολογικά στοιχεία και το πρότυπο «ζωής» που είναι ελκυστικά για έναν άνθρωπο ορισμένης τάξης σε μια συγκεκριμένη ιδεολογική και πολιτική συγκυρία.

Η τοποθέτηση της ατομικής ελευθερίας στο επίκεντρο της αναρχικής πολιτικής σκέψης έχει πολλαπλές επιπτώσεις, πέρα από τη συσκότιση του ταξικού κριτηρίου και την αδυναμία χάραξης μιας ταξικής πολιτικής που να αναδεικνύει στοιχεία ενότητας των εκμεταλλευόμενων τάξεων. Αποτελεί σε μεγάλο βαθμό την πηγή της πολιτικής λειτουργίας που επιλέγεται ως προτιμότερη και η οποία βασίζεται στην ελεύθερη συμμετοχή του ατόμου στις εκάστοτε δράσεις, με βάση την προσωπική του επιδίωξη και λογική, στην άρνηση οποιασδήποτε μορφής οργάνωσης και λήψης συλλογικών αποφάσεων, η οποία προϋποθέτει την υποταγή της προσωπικής άποψης στη συλλογική, πλειοψηφική, απόφαση. Όπως και στην περίπτωση του αστικού φιλελευθερισμού, έτσι και στον τρόπο που δρα και λειτουργεί ο α/α χώρος, η προσωπική άποψη αποτελεί πολλές φορές το μεγαλύτερο προστατευόμενο αγαθό[14]. Πέραν αυτών, η στοχοπροσήλωση στο άτομο και τη βούλησή του και η άρνηση προσέγγισης εννοιών όπως το κοινό και ενιαίο, ταξικό, κοινωνικό συμφέρον γεννούν χαρακτηριστικά όπως ο οξύς ανταγωνισμός, η καταστροφική και βίαιη προσωπική αντιπαράθεση, αλλά και η έλλειψη ενδιαφέροντος για μαζική παρέμβαση, η αδιαφορία για τα αποτελέσματα που μια πρακτική ενός ατόμου ή μιας μικρής ομάδας ατόμων θα επιφέρει στην πρακτική των μαζών.

iv. Η ελευθεριακή άρνηση της οργάνωσης

Η αντίληψη του α/α χώρου θεωρεί το Κόμμα, με την λενινιστική έννοια του συλλογικού φορέα εκπροσώπησης των συμφερόντων μιας τάξης που λειτουργεί με δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, ως άλλο ένα μηχανισμό της κομμουνιστικής αριστεράς για την αναπαραγωγή εξουσιαστικών σχέσεων. Αρνούνται την οργανωμένη πάλη με την έννοια της οργανωμένης πολιτικής διαδικασίας, με συγκεκριμένες βασικές θεωρητικές θέσεις και κοινές παραδοχές, της εκλογής οργάνων στη βάση της αιρετότητας- λογοδοσίας- ανακλητότητας, ως μορφές κοινωνικής ιεραρχίας και εξουσιαστικές σχέσεις[15]. Στη βάση αυτή τα άτομα του α/α χώρου είτε οργανώνονται σε συλλογικότητες με συνελευσιακή λειτουργία χωρίς κατά κανόνα να υπάρχει δέσμευση υλοποίησης της απόφασης στην οποία συγκλίνουν οι περισσότεροι, είτε δρουν ως ατομικά υποκείμενα. Η μη φορμαλιστική οργάνωση αποτελεί τον τρόπο αποφυγής ανάδειξης «επιτροπών» και «διευθυντηρίων».

Είναι σαφής η ατομοκεντρική αντίληψη, όπως αναλύθηκε παραπάνω, που στηρίζει τη λογική αυτή για την απόρριψη κάθε μορφής οργάνωσης και η άρνηση της υποταγής της προσωπικής βούλησης στη συλλογική απόφαση. Μια τέτοια λειτουργία δημιουργεί διάχυση, οργανωτική ρευστότητα, διευκολύνει την ιδιώτευση και την απόσυρση από τη δράση, καθόσον τα άτομα δεν δεσμεύονται στη βάση κάποιων κοινών πολιτικών θέσεων ούτε στη βάση στης υλοποίησης αποφάσεων. Περαιτέρω, είναι μια πολιτική λειτουργία που γεννά έναν ισχυρότερο κίνδυνο πολιτικής επιβολής και ιεραρχίας, αυτόν δηλαδή που θεωρητικά προσπαθεί να αποτρέψει. Οι οργανωμένες πολιτικές διαδικασίες που διακρίνουν τις διοργανώσεις και τα κόμματα της αριστεράς στη βάση οργανωτικών εγγυήσεων όπως η εκλογή οργάνων, η αναλογική και μαζική εκπροσώπηση, η αιρετότητα και ανακλητότητα όσων συμμετέχουν στα όργανα, η δέσμευση και μέσω καταστατικών μέτρων του σεβασμού των αποφάσεων (με ταυτόχρονο σεβασμό, εκπροσώπηση και καταγραφή της μειοψηφίας) αποτελούν οργανωτικές δικλείδες που διασφαλίζουν την μεγαλύτερη δυνατή δημοκρατία στην πολιτική λειτουργία μιας οργάνωσης. Η οργανωμένη πολιτική διαδικασία και η απόδοση ίδιων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εξασφαλίζουν ακριβώς ότι όλα τα μέλη μιας οργάνωσης θα μπορούν να συμμετέχουν ισότιμα και ότι η «νίκη» της μια άποψης επί μιας άλλης θα γίνεται στη βάση της πολιτικής ηγεμονίας, αφού πρώτα όλες οι απόψεις παλευτούν ισότιμα. Αντίθετα, η απόρριψη οποιουδήποτε οργανωτικού πλαισίου στην πολιτική συζήτηση και στη διαδικασία λήψης της απόφασης αφήνει έδαφος για τη δημιουργία άτυπων «ιεραρχιών» και πολιτικών εξαρτήσεων/πρόσδεσης σε πρόσωπα με πολιτική εμπειρία, πολιτική μόρφωση ή πολιτική ιστορία σε έναν συγκεκριμένο χώρο ή σε πρόσωπα της περισσότερης πράξης.

v. Παρέμβαση στην κοινωνία - πρακτικές στο κίνημα

Οι πολιτικές πρακτικές που χαρακτηρίζουν τον α/α χώρο αντανακλούν στο επίπεδο της πράξης τα ιδεολογικά και πολιτικά χαρακτηριστικά του χώρου αυτού. Αυτά είναι κομβικά:

α) Η λογική της «μαχητικής μειοψηφίας». Η κυρίαρχη φυσιογνωμία του α/α χώρου σε διαδηλώσεις και κινηματικές διαδικασίες είναι η ανάγκη για διακριτή παρουσία και πρακτική, η ανάγκη να ξεχωρίσουν από την «αριστερή» μάζα και να αναδείξουν μία ιδιαίτερη μαχητική και «επαναστατική» φυσιογνωμία. Ασφαλώς, δεν είναι προβληματικές οι πολιτικές πρακτικές της σύγκρουσης με την αστυνομία ή στόχους του συστήματος (τράπεζες, κυβερνητικά κτήρια) αυτές καθαυτές, στοιχεία που άλλωστε έχουν προέλθει από το λαϊκό κίνημα σε στιγμές όξυνσης της ταξικής πάλης. Μια κατηγοριοποίηση που συχνά γίνεται στους κόλπους της αριστεράς «η αναρχία χρησιμοποιεί βίαιες πρακτικές και η αριστερά όχι» είναι εντελώς ανιστορική και αποτελεί ενσωμάτωση της κρατικής και κατασταλτικής πίεσης. Το προβληματικό στοιχείο έγκειται στην φυσιογνωμία της μειοψηφίας που σκοπό έχει να προκαλέσει σοκ και η υλοποίηση των συγκρουσιακών πρακτικών με ατομίστικο τρόπο και με τρόπο «ταυτοτικό», δηλαδή ανεξαρτήτως της πολιτικής εκτίμησης για τη συγκυρία και την κατάσταση του κινήματος. Η ατομική παρουσία μελών του α/α χώρου στις κινητοποιήσεις μαζικών φορέων (απεργιακές κινητοποιήσεις, φοιτητικές διαδηλώσεις) περιφρονεί προκλητικά την παρουσία και ηγεμονία των μαζικών φορέων και επιχειρεί να «πρωταγωνιστήσει» εξωτερικά, λειτουργώντας συχνά ανταγωνιστικά με το κίνημα και τις προοπτικές του.

Ο υπερφίαλος τρόπος που γίνονται αντιληπτές οι μάζες οδηγεί σε μια «ανυπόμονη» τακτική και φυσιογνωμία που έλκεται από μικροαστικές επιδράσεις στο κίνημα. Η ανάδειξη του ατομικού παράγοντα ως κυρίαρχα δρώντος θεωρείται η μόνη που μπορεί να επιφέρει ανατρεπτικά αποτελέσματα. Στον αντίποδα, η αριστερά και δη η επαναστατική αριστερά δεν απορρίπτει ασφαλώς τις συγκρουσιακές πρακτικές κινηματικής αντιβίας, αλλά τις χρησιμοποιεί ως πολιτικό εργαλείο για την προστασία και την ανάπτυξη του κινήματος. Η διαφορά δεν είναι αριθμητική. Για παράδειγμα, ούτε στις συγκρούσεις του εργατικού ή φοιτητικού κινήματος οι συγκρουσιακές πρακτικές υλοποιούνται ή έχουν τη συμφωνία όλων των συμμετεχόντων. Η διαφορά έγκειται στην φυσιογνωμία, δηλαδή την υλοποίηση των πρακτικών σύγκρουσης με την πρόταξη των μαζικών φορέων (σωματείων, συλλόγων). Οι ριζοσπαστικές πρακτικές για την κομμουνιστική αριστερά είναι στραμμένες σε χώρους και στόχους που έχουν συγκεκριμένη πολιτική σημασία και συμβολισμό και υλοποιούνται (από την πολιτική πρωτοπορία και όχι από όλους/ες) όταν συνοδεύονται από την πολιτική εκτίμηση ότι μπορούν να οξύνουν την πολιτική αντιπαράθεση με το κράτος ή τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς και να αποτελέσουν στοιχείο ανάπτυξης του κινήματος, ώστε τελικά να αποτελέσουν κτήμα της αφήγησης των μαζών, ή ότι μπορούν να περιορίσουν την κατασταλτική / επιθετική δράση των κρατικών μηχανισμών απέναντι στο κίνημα.

β) Οι ελευθεριακές νησίδες. Η περιφρόνηση των μαζών είναι στοιχείο που διακρίνει και την πολιτική παρέμβαση του χώρου αυτού στους χώρους όπου αναπτύσσει δράση. Ο α/α χώρος, με ελάχιστες εξαιρέσεις ομάδων με αναφορά στον αναρχοκομμουνισμό, αναρχοσυνδικαλισμό ή στους καταστασιακούς, αρνείται την παρέμβαση στους κοινωνικούς χώρους και τις μορφές συνδικαλιστικής πρακτικής που χαρακτηρίζουν την αριστερή αγωνιστική παράδοση. Οι δυνάμεις του α/α χώρου δραστηριοποιούνται περισσότερο μέσα από τη δημιουργία στεκιών σε γειτονιές ή σχολές, πολιτικών- πολιτιστικών χώρων όπου διεξάγουν συζητήσεις, συνελεύσεις, προβάλλουν ταινίες, κοινωνικοποιούνται και ψυχαγωγούνται. Τα στέκια είναι μια μορφή ανάπτυξης δράσης εξ ορισμού εσωστρεφής και στενού ακροατηρίου. Αποσύρεται από τη ζωντανή πολιτική μέσα στις μάζες, την προσπάθεια ανάδειξης ενός πολιτικού λόγου αιχμηρού που να οικοδομεί αγώνες και κοινωνικές αντιστάσεις και υποκαθιστά την αγωνιστική πρακτική με την επίκληση της «κουλτούρας» και της εκμάθησης της ελευθεριότητας μέσω της επέκτασης του «αναρχικού/αντιιεραρχικού» τρόπου ζωής. Μια διαδικασία που περιορίζεται στο ατομικό βίωμα. Η πολιτικοποίηση και η συμμετοχή στο κοινωνικό κίνημα γίνονται υπό ένα ατομικό πρίσμα «ολοκλήρωσης της προσωπικότητας» και δεν έχει καμία επαφή και σχέση με τις υλικές κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις. Τη στιγμή της ανάπτυξης νησίδων αντιεξουσίας έξω, στον πραγματικό κόσμο, η καπιταλιστική αναδιάρθρωση προχωρά επιθετικά μεταβάλλοντας τον ταξικό συσχετικό της δύναμης.

Η φυσιογνωμία που επικεντρώνεται στην οικοδόμηση χώρων αντικουλτούρας και αντιπολιτικής (στεκιών/καταλήψεων) ως κυρίαρχου τρόπου πολιτικής δράσης υποκαθιστά τη ζωντανή ταξική πάλη και το συνδικαλιστικό αγώνα μέσα στις μάζες από «αντιπαραδείγματα», κοιτίδες «ελεύθερων ατόμων» μέσα στο γενικό καταπιεστικό πλαίσιο. Ωστόσο, όχι απλώς η επανάσταση, αλλά και οποιαδήποτε μικρή πολιτική μεταβολή προς όφελος των εκμεταλλευόμενων τάξεων μπορεί να προκύψει από την σκληρή ταξική πάλη, από την αδυσώπητη σύγκρουση της εργατικής τάξης και των λαϊκών τάξεων με την αστική τάξη και τους μηχανισμούς της. Ο κοινωνικός αγώνας είναι μια διαδικασία δύσκολη γιατί προϋποθέτει στην ανάγκη παρέμβασης στις μάζες, στους χώρους που εργάζονται και ζουν τα λαϊκά στρώματα. Ο ζωτικός χώρος των αγωνιστών βρίσκεται στα συνδικάτα, στους συλλόγους, στις γειτονιές και δεν κλείνεται σε θερμοκοιτίδες δήθεν ελευθερίας. Μια αντίληψη που θεωρεί ότι, ανεξαρτήτως της ταξικής πάλης, του προχωρήματος της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης στους εργασιακούς χώρους, στις γειτονιές, στις σχολές, μπορεί να οικοδομεί χώρους «ελεύθερων ατόμων» δήθεν χωρίς εξουσιαστικές σχέσεις είναι η μεγαλύτερη εκδήλωση ανυπόμονων ιδεολογημάτων στο εσωτερικό του κινήματος, μιας λογικής που αναμένει θεαματικά «απελευθερωτικά» αποτελέσματα με τη μικρότερη δυνατή προσπάθεια.

Διακριτή περίπτωση αποτελούν ομαδοποιήσεις που εμφανίστηκαν μετά το Δεκέμβρη του 2008 και οι οποίες υλοποιούν πρακτικές ευθείας βίαιης επίθεσης απέναντι στην οργανωμένη αριστερά και τις διαδικασίες του φοιτητικού κινήματος. Η επίθεση για το «μπλοκάρισμα των φοιτητικών εκλογών» στο ΕΜΠ, στη Νομική, το Χημείο, την ΑΣΟΕΕ έχει συχνά οδηγήσει στην ακύρωση εκλογικών διαδικασιών όπως στην ΑΣΟΕΕ ή στη διεξαγωγή σε άλλη ημέρα σε άλλο χώρο, με προφανή αποτελέσματα απομαζικοποίησης και διάλυσης. Στη Νομική ο πλέον αντιδραστικός μηχανισμός της ΔΑΠ αξιοποίησε αυτήν την ευκαιρία, έσπασε την ενότητα των φοιτητικών εκλογών με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ενιαία εκλογική διαδικασία, εκλογικό αποτέλεσμα και αναγνωρισμένο ΔΣ και κυρίως μετέφερε τις δικές της «εκλογές» σε χώρο εκτός του ασύλου. Συχνά, συνδικαλιστές των ΕΑΑΚ και αγωνιστές της ριζοσπαστικής αριστεράς έχουν δεχτεί προσωπικές επιθέσεις, ενώ πολλές επιθέσεις έχουν γίνει σε πάρτι ή διαδικασίες της ριζοσπαστικής αριστεράς και σε στέκια σχημάτων των ΕΑΑΚ. Αποκορύφωμα της δράσης τέτοιων ομαδοποιήσεων είναι η περσινή ακύρωση του τριήμερου εορτασμού του Πολυτεχνείου, όταν ολιγάριθμη ομάδα ατόμων κατέλαβε το Πολυτεχνείο για να «επανανοηματοδοτήσει την εξέγερση», να «ακυρώσει το κομματικό πανηγύρι της αριστεράς». Πρόκειται για μια ποιοτική αναβάθμιση, της οποίας οι επιπτώσεις ξεφεύγουν από τα όρια της αριστεράς και περνούν στο κοινωνικό κίνημα. Οι επιθέσεις αυτές βάλλουν ευθέως κατά της μοναδικής κινηματικής στιγμής στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, αυτής του εορτασμού του Πολυτεχνείου, η οποία πέραν του ότι αποτελεί σταθερά την πιο μαζική παλλαϊκή διαδήλωση (εκτός από περιόδους κινηματικής όξυνσης) επιπλέον έλκει στον ιστορικό χώρο το σύνολο του λαού, νεολαία, εργαζόμενους, μαθητές. Αυτές οι επιθέσεις έχουν αντικειμενικά αντιδραστικό προσανατολισμό καθώς χτυπούν το κίνημα και τις μαζικές διαδικασίες των φοιτητικών συλλόγων. Αυτό ιδιαίτερα σε μία περίοδο που ένα σύνολο μηχανισμών, από τη ΝΔ και την ακροδεξιά μέχρι τις αντιδραστικές πρυτανείες και τις δυνάμεις καταστολής, επιχειρούν να χτυπήσουν το φοιτητικό συνδικαλισμό και το άσυλο, αλλά και να καταργήσουν τον εορτασμό του Πολυτεχνείου, με τη μετατροπή του κάτω Πολυτεχνείου σε Μουσείο.

Είναι αυτονόητο ότι δεν ταυτίζεται ούτε σχετίζεται με τις ομάδες αυτές το σύνολο των συλλογικοτήτων και αγωνιστών του χώρου της αναρχίας/αυτονομίας που έχουν χρόνια τώρα σημαντική δράση, ανεξαρτήτως των διαφωνιών τους με τις δυνάμεις της αριστεράς. Μια τέτοια ισοπεδωτική ταύτιση είναι εσφαλμένη πολιτικά. Αυτές οι πρακτικές πρέπει να καταγγελθούν εξίσου από την αριστερά και από τον πολιτικό χώρο της αναρχίας και της αυτονομίας ως επικίνδυνες για το κοινωνικό κίνημα. Αντίθετα, η αναπαραγωγή λογικών «διαφωνούμε με τον τρόπο που η έγινε η Κατάληψη του Πολυτεχνείου αλλά δεν θα νομιμοποιήσουμε το επετειακό ή εκλογικό πανηγύρι της αριστεράς» δημιουργεί όρους ανοχής και συνέχισης τέτοιων επιθέσεων.

3. Ιδεολογικές επιδράσεις του ρεύματος της αναρχοαυτονομίας στη σύγχρονη ριζοσπαστική αριστερά

Ο α/α χώρος είναι ένας αναγνωρίσιμος πολιτικός χώρος μέσα στο κίνημα που παραδοσιακά συγκέντρωνε δυνάμεις σε τμήμα της νεολαίας. Παρά την συχνά ανταγωνιστική, λόγω θεμελιωδών συγκρούσεων στην κοσμοαντίληψη, σχέση του με το χώρο της αριστεράς δεν είναι ορθό, αλλά δείγμα συντηρητισμού, να αντιμετωπίζονται αδιακρίτως όλα τα άτομα και οι συλλογικότητες του αναρχοαυτόνομου χώρου ως εχθρικοί. Κάτι τέτοιο δεν αποτυπώνει την ιστορική πραγματικότητα που αναδεικνύει την συνύπαρξη πολλών διαφορετικών ρευμάτων στους κόλπους του κινήματος ανά ιστορικές φάσεις και περιόδους. Η ανάπτυξη ανταγωνιστικών ή αντιφατικών ιδεολογικών ρευμάτων είναι αναπόδραστο αποτέλεσμα των ταξικών αντιθέσεων και της ανάπτυξης κοινωνικοταξικών επιρροών μέσα στους κόλπους του λαού. Ούτε βέβαια σχηματοποιήσεις που αποδίδουν το μονοπώλιο της μικροαστικής έκφρασης στο κίνημα στον α/α χώρο είναι ορθές, καθώς προϋποθέτουν ότι η αριστερά δήθεν εξ ορισμού εκπροσωπεί πάντοτε την προλεταριακή/ επαναστατική γραμμή. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει, στο βαθμό που τα κοινωνικοταξικά χαρακτηριστικά και της ριζοσπαστικής αριστεράς επιτρέπουν την ανάπτυξη μικροαστικών γραμμών. Αυτό που διαφοροποιεί την αριστερά, το μαρξισμό – λενινισμό από το α/α ρεύμα είναι η ανάλυση της πραγματικότητας και ο πολιτικός ορίζοντας. Δηλαδή η επιμονή της αριστεράς και του κομμουνιστικού κινήματος, παρά τις σειρήνες του νεοφιλελευθερισμού, να βλέπει την κοινωνία ως ένα πεδίο ανειρήνευτου ανταγωνισμού μεταξύ συγκεκριμένων, υλικά ορισμένων, κοινωνικών τάξεων και να επιδιώκει την αταξική κοινωνία μέσα από τη συντριβή της αστικής τάξης και της μόνης εκμεταλλευτικής σχέσης που υπάρχει και η οποία γεννά και τις λοιπές σχέσεις καταπίεσης, τη σχέση κεφάλαιο- εργασία.

Σήμερα σε περίοδο ήττας του κοινωνικού κινήματος και αδυναμίας εμφάνισης του εργατικού και λαϊκού κινήματος στο προσκήνιο, τα στοιχεία της προλεταριακής ιδεολογίας και πολιτισμού, η ταξική ενότητα, η πίστη στη δυνατότητα των συλλογικών διεκδικήσεων να νικούν, ο συνδικαλισμός υποχωρούν και δίνουν έδαφος στην ιδιώτευση, την απογοήτευση τον ατομικισμό, την απόρριψη των συνδικαλιστικών αγώνων. Σε αυτό το πλαίσιο, μπορούν να εντοπιστούν επιδράσεις αντιλήψεων που συγγενεύουν με το χώρο της αναρχίας/αυτονομίας και στο εσωτερικό της οργανωμένης αριστεράς:

α) στην αποχώρηση από τη μαζική πολιτική και την κεντρική πολιτική πάλη. Ιδιαίτερα μετά το δημοψήφισμα του 2015 και την μνημονιακή προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ, που επισφράγισε το τέλος ενός κύκλου ανάτασης του αντινημονιακού αγώνα, δεκάδες οργανώσεις της ριζοσπαστικής αριστεράς, στελέχη και αγωνιστές, τόσο δυνάμεις που ήταν στο ΣΥΡΙΖΑ και αποχώρησαν όσο και άλλες που δεν ήταν, είτε διαλύθηκαν είτε υπάρχουν χωρίς να επιχειρούν να αναπτύσσουν κάποιο πολιτικό σχέδιο για τη ριζοσπαστική αριστερά. Απέχουν έτσι επί χρόνια από οποιαδήποτε παρέμβαση σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο, θεωρητικοποιούν την αποχή τους από τις εκλογικές αναμετρήσεις και ακολουθούν μια λογική «διάχυσης στα κινήματα».

β) στην υιοθέτηση λογικών απόλυτου διαχωρισμού και μαχητικής μειοψηφίας στο κοινωνικό κίνημα και ιδιαίτερα στο εργατικό κίνημα που η ήττα και η ιδιώτευση είναι πολύ πιο διευρυμένη. Τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται μια μετατόπιση από γνωστές λογικές σεχταρισμού σε ακόμη πιο αναβαθμισμένους διαχωρισμούς που δεν απευθύνονται πλέον μόνο στο εσωτερικό της ριζοσπαστικής αριστεράς αλλά μεταφέρονται στο πεδίο των μαζών. Η πιο χαρακτηριστική εκδήλωση αυτού αποτελεί η πρόσφατη προσπάθεια εισαγωγής επιπλέον διαχωρισμών στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος, όταν το ίδιο το εργατικό κίνημα είναι στα πρόθυρα της διάλυσης. Ενδεικτικό είναι το σαμποτάρισμα της απεργίας της 30 Μάη ως εργοδοτικής και το κάλεσμα άλλης «γενικής απεργίας» σε άλλη ημέρα του Ιούνη από μετρημένα στα δάχτυλα ενός χεριού σωματεία που συγκεντρώνουν σχεδόν αποκλειστικά δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς ή της αναρχίας. Το ίδιο συνέβη και με την απεργία της 1ης Νοέμβρη που κήρυξαν 7 σωματεία που ελέγχονται από τη ριζοσπαστική αριστερά και την αναρχία. Τέτοιες λογικές αντανακλούν την σταδιακή αποκοπή από τη μαζική πολιτική και μια περιφρόνηση προς τους πολιτικούς συσχετισμούς. Περισσότερο επιχειρούν να αναδειχθούν ως «αντιπαράδειγμα» σε ένα εργατικό κίνημα σε ύπνωση, παρά επιδράσουν στο ίδιο το εργατικό κίνημα μετατοπίζοντας σε αγωνιστικές γραμμές.

γ) Στη στροφή σε παρεμβάσεις μέσα από στέκια, κατειλημμένα κυλικεία και πολιτιστικούς χώρους: Σε μια περίοδο υποχώρησης του κινήματος της νεολαίας αλλά και του εργατικού κινήματος, πολλές δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς στρέφονται στη δημιουργία στεκιών/ πολιτιστικών λεσχών για συζητήσεις και ταινίες, ή κατειλημμένων κυλικείων όπου το «ριζοσπαστικό τμήμα» του φοιτητικού συλλόγου θα ψυχαγωγείται, θα διαβάζει και θα συζητά. Το σφάλμα εδώ δεν έγκειται στη δημιουργία τέτοιων χώρων συζητήσεων, ή αναπαραγωγής στοιχείων ενός άλλου πολιτισμού. Αλλά στο γεγονός ότι αυτά ανάγονται σε οχήματα κεντρικής πολιτικής παρέμβασης στους κοινωνικούς χώρους και υποκαθιστούν τη συνδικαλιστική δουλειά στις μάζες.

δ) Στην εγκατάλειψη του ταξικού κριτηρίου: Ολοένα και περισσότερου απαντάται στην αριστερά η αναπαραγωγή σε επίπεδο πολιτικού λόγου ή συνθηματολογικά η αναπαραγωγή διπόλων που δεν ταιριάζουν με την ταξική ανάλυση του μαρξισμού – λενινισμού, αλλά περισσότερο με τα ιδεολογικά δίπλα που χτίζει ο χώρος της αναρχίας/αυτονομίας «αφεντικά/δούλοι», «εξεγερμένοι/προσκυνημένοι», ή ιδεολογικές κατηγοριοποιήσεις χωρίς ταξικό υπόβαθρο «νοικοκυραίοι», «μικροαστοί» (υπό ευρύτατη εννοία). Ίσως πλέον χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος που αντιμετωπίστηκε από το κίνημα και μεγάλο μέρος της αριστεράς το γεγονός της πρόσφατης δολοφονίας του ακτιβιστή ΛΟΑΤΚΙΑ+ και οροθετικού ατόμου Ζακ Κωστόπουλου. Το βίαιο λιντσάρισμα του Ζ. Κωστόπουλου πρώτα από τον καταστηματάρχη και άλλους πολίτες και στη συνέχεια από ομάδα αστυνομικών της ΔΙΑΣ προέρχεται από όλες τις απόψεις από κρατικά χέρια. Όχι μόνο γιατί το τελειωτικό χτύπημα το έδωσαν οι αστυνομικοί που χτύπησαν έναν ημιθανή άνθρωπο. Κυρίως γιατί και οι ενέργειες καταστηματάρχη και πολιτών δεν αποτελούν ένα «φυσικό αντανακλαστικό του νοικοκυραίου» αλλά έχουν προκύπτουν από το ιδεολόγημα του Νόμου και της Τάξης, την κατασταλτική στρατηγική του κράτους ειδικά στο κέντρο της Αθήνας, το ρατσισμό και την αντιμετώπιση καταστολής και περιθωριοποίησης ολόκληρων κατηγοριών ανθρώπων όπως τοξικοεξαρτημένων ατόμων. Τα πραγματικά αίτια που οπλίζουν το χέρι πολιτών για τέτοιες πράξεις είναι τα αντανακλαστικά κοινωνικού αυτοματισμού που γεννούν η καταστολή των κυβερνήσεων και του Δήμου Αθηναίων που οικοδομείται πάνω στην «εγκληματικότητα» προκειμένου να επιταχυνθεί η τουριστική ανάπλαση του Δήμου Αθηναίων, η αντιπολιτευτική λογική της ΝΔ που στηρίζεται πάνω στην «ανομία» και την αντιμετώπισή της. Παρόλα αυτά, ο μέσος όρος αλλά και αυθόρμητα μεγάλο μέρος της αριστεράς παρασύρθηκε σε μια λογική καταγγελίας των «αφεντικών, μικροαστών, νοικοκυραίων, κυρ-παντελήδων». Σε μια αντικοινωνική και διαλυτική λογική που αφήνει στο απυρόβλητο την αστική πολιτική, και μάλιστα την εξυπηρετεί και διαχέει την ευθύνη στο κοινωνικό σύνολο.

Η συγκυρία, όπως αναπτύσσεται, παρουσιάζει μεγάλη υποχώρηση της ταξικής πάλης και του κινήματος των εργαζόμενων και της νεολαίας. Παρουσιάζει όμως και δυνατότητες για νέες ταξικές αναμετρήσεις στο βαθμό που η μνημονιακή πολιτική εξακολουθεί με νέους γύρους αφαίμαξης των λαϊκών στρωμάτων, επίθεσης στην κατοικία και το λαϊκό εισόδημα. Καθήκον της αριστεράς είναι να βρει τους τρόπους για την όξυνση της ταξικής πάλης. Για να είναι αυτό εφικτό, πρέπει να διατηρήσει την πολιτική κληρονομιά, τα διδάγματα και τις θεωρητικές και πολιτικές βάσεις του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος. Να στρέψει τα μάτια στις μάζες και να ασκεί πολιτική για αυτές. Να διαφυλάξει την αμετακίνητη εμπιστοσύνη της στην πάλη των τάξεων και την πολιτική προοπτική της εργατικής τάξης. Μέσα από την πάλη του λαού, τα προχωρήματα αλλά και τις ήττες του ταξικού κοινωνικού αγώνα, μια άλλη κοινωνία, πράγματι, είναι εφικτή.

* Το κείμενο αποτελεί αναδημοσίευση από το Τεύχος 36 της Αριστερής Συσπείρωσης (Νοέμβριος 2018) που εκδίδεται από την Αριστερή Αντικαπιταλιστική Συσπείρωση (ΑΡΑΣ)

 

[1] Ο Μπακούνιν έθετε στην προγραμματική προμετωπίδα την κατάργηση του κληρονομικού δικαιώματος ως βασικού μέσου αναπαραγωγής της εκμεταλλευτικής σχέσης ιδιοκτησίας, οι αντιπρόσωποι που εξέφραζαν της αντιλήψεις του (μη παρόντος) Μαρξ προέτασσαν την πλήρη κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής. Βλ. τις σχετικές εισηγήσεις του Μπακούνιν στο «Για έναν Αντιεξουσιαστικό Σοσιαλισμό».

[2] Συχνά ο Μπακούνιν χρησιμοποιούσε τον όρο «λαός» ή «μάζες» σε αντίθεση με τους μαρξιστές που ξεκάθαρα όριζαν το προλεταριάτο ως το επαναστατικό υποκείμενο, ενώ στο πλαίσιο της Πρώτης Διεθνούς ο Μπακούνιν και οι υποστηρικτές του προσέθεταν στο επαναστατικό υποκείμενο την αγροτιά και απροσδιόριστα στρώματα «δυνητικούς σοσιαλιστές». Βλ. Μπακούνιν Κρατισμός και Αναρχία. Ήδη ο αναρχισμός έτεινε στη σαφή διαμόρφωση ενός διπόλου «εκμεταλλευτές/εκμεταλλευόμενοι».

[3] Για ένα διάστημα ο Μπακούνιν ήταν ιδεολογικά συνδεδεμένος με το Νετσάγιεφ, εκπρόσωπο μειοψηφικών ομάδων στην Τσαρική Ρωσία που υποστήριξε τις δράσεις μέσω τρομοκρατικών χτυπημάτων.

[4] Κροπότκιν, η Αναρχία και το Ιδανικό της, Ελεύθερος Τύπος 1985.

[5] «Ξέρουμε καλά τα μέσα που μεταχειρίστηκε αυτή η συμμαχία του γαιοκτήμονα, του παπά, του εμπόρου, του δικαστή, του στρατιωτικού και του βασιλιά, για να εδραιώσει την κυριαρχία της. Εκμηδένισε όλες τις ελεύθερες ενώσεις: κοινότητες χωριών, συντεχνίες, επαγγελματικές ενώσεις, αδελφότητες, πόλεις του μεσαίωνα» Κροπότκιν, Αναρχία- η φιλοσοφία της και το ιδανικό της, Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, 1985, σελ. 31.

[6] Λένιν, Η Μεγάλη Πρωτοβουλία, Άπαντα, Σύγχρονη Εποχή, σελ. 39.

[7] Κ. Μαρξ - Φ. Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος.

[8] Κ. Μαρξ - Φ. Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος.

[9] Και ο Τ. Νέγκρι όσο απομακρύνεται από την περίοδο του μαχητικοί εργατικού κινήματος, καταλήγει σε πιο διευρυμένες έννοιες του «κοινωνικού εργάτη», που προσεγγίζουν το πλήθος των φτωχών ή υπαγόμενων στην εξουσία του κεφαλαίου θεωρώντας την εργατική τάξη ως έννοια πολύ περιοριστική για να συλλάβει τις σύγχρονες μορφές της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης που διαχέεται σε κάθε έκφανση της κοινωνικής ζωής. Στο επίκεντρο τίθεται η υποκειμενική εργατική αντίσταση απέναντι στην συνολική εκμετάλλευση και η ανεύρεση μηχανισμών ζωντανής, δημιουργικής εργασίας που καταπιέζεται από τα σύγχρονα κυρίαρχα αυτοματοποιημένα (πληροφοριακή επιστήμη και τεχνολογίες) συστήματα υποταγής της εργασίας (αυτοαξιοποίηση).

[10] Βλ. Καστοριάδη, η γραφειοκρατική κοινωνία ΙΙ, Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας.

[11] Βλ. λόγου χάρη Καστοριάδη, που έγραφε για τους σκοπούς του ΚΚΕ το Δεκέμβρη του 1944 «…αλλά η τελική αποκάλυψη, η “στιγμή της αλήθειας”, ήταν για μένα τα Δεκεμβριανά. Αυτό που έγινε το Δεκέμβρη του ’44 με κανένα τρόπο δεν μπορούσε να γίνει κατανοητό με τα υπάρχοντα τροτσκιστικά, ή ακόμη και μαρξιστικά σχήματα θεώρησης της κοινωνίας και της ιστορίας. Η παρατήρηση και η εμπειρία του σταλινικού κινήματος μέσα στην Κατοχή μού έδειχνε ολοένα και καθαρότερα τον ολοκληρωτικό του χαρακτήρα. Η οργανωτική του υφή ήταν (και μένει, και σήμερα παντού) τέλεια ολοκληρωτική. Ούτε καμία εσωτερική συζήτηση ήταν δυνατή, ούτε καμιά ανοχή κανενός είδους διαφωνούντος ή αντιπολίτευσης μέσα στο Κόμμα ή έξω από αυτό υπήρχε. Κι αυτό το στοιχείο με έκανε επίσης να σκέφτομαι πως δεν μπορούσε κανείς να εξομοιώσει το ΚΚ μ’ ένα ρεφορμιστικό κόμμα. Ένας τέτοιος ολοκληρωτικός κομματικός μηχανισμός (που ταυτόχρονα έλεγχε απόλυτα μια σοβαρή στρατιωτική δύναμη, εξ ίσου ολοκληρωτικά οργανωμένη) περιείχε ήδη έμφυτα, “εκ κατασκευής”, έναν αυτοματισμό, μιαν ακατανίκητη τάση προς την κατάληψη και την απολυταρχική άσκηση της εξουσίας». Το επαναστατικό πρόβλημα σήμερα, Αθήνα: Ύψιλον, 1η έκδοση Βέργος 1976, σελ. 11.

[12] Η πολιτική φυσιογνωμία του Α. Στίνα έχει στιγματιστεί από την ακραία και δημόσια καταγγελτική στάση του απέναντι στο ΕΑΜ σε μια ολόκληρη περίοδο δεκαετιών κατά την οποία ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός φτάνει στα πρόθυρα της επανάστασης, συγκλονίζεται από την αντίσταση και την εαμική επανάσταση και στη συνέχεια την κορύφωση της ταξικής πάλης με τις επαναστατικές συγκρούσεις των Δεκεμβριανών και της μάχης του ΔΣΕ. Ο ίδιος εξαπολύει ιδεολογικό πόλεμο απέναντι στο ΕΑΜ δυσφημώντας την εαμική επανάσταση ως προσπάθειας «πραξικοπηματικής σταλινικής κατάληψης της εξουσίας», σε μια περίοδο που το κράτος των εθνικοφρόνων χρησιμοποιεί την ίδια φιλολογία για την καταστολή των αγώνων.

[13] Η ακραία εκδοχή της απεριόριστης δράσης του ατόμου στο πεδίο των οικονομικών συναλλαγών - homo oeconomicus- υποστηρίχθηκε από διάφορα ρεύματα της νεοφιλελεύθερης σκέψης και εξαιρετικά θερμά από το ρεύμα της «οικονομικής ανάλυσης του δικαίου» της σχολής του Σικάγο, πρωτεργάτες των οικονομικών πειραμάτων της Θάτσερ στην Αγγλία και του Πινοσέτ στη Χιλή. Σύμφωνα με τη λογική αυτή, η πολιτική και το δίκαιο αποσκοπούν στο να ενθαρρύνουν και όχι να περιορίσουν την τάση των επιμέρους υποκειμένων για επίτευξη του μέγιστου δυνατού ατομικού οφέλους. Βλ. χαρακτηριστικά Friedman, Capitalism and Freedom, 1962, Hayek, The Constitution of Liberty, University Chicago Press, 1960.

[14] Κατά τον Κροπότκιν «… Και περιμένουν αυτό το τεράστιο καθήκον, που απαιτεί την ελεύθερη έκφραση της λαϊκής ευφυίας, να εκπληρωθεί μέσα στα πλαίσια του Κράτους και της πυραμοειδούς οργάνωσης που είναι η ουσία του. Περιμένουν απ’ το Κράτος, του οποίου η ίδια ακριβώς η raisond’ etre, είναι η συντριβή του ατόμου, το μίσος για την πρωτοβουλία, ο θρίαμβος μιας ιδέας που πρέπει αναπόφευκτα να είναι εκείνη της μετριότητας, να γίνει ο μοχλός για την επίτευξη αυτού του τεράστιου μετασχηματισμού». Το κράτος και ο ιστορικός του ρόλος, Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, σελ. 63.

[15] Μιλάμε για το επίπεδο της πολιτικής οργάνωσης και όχι για αυτό των κοινωνικοπολιτικών συσπειρώσεων και σχημάτων που δεν έχουν -και σωστά- σκληρή οργανωτική δομή ώστε να μπορούν να εγκολπώνουν μάζες και αντιφατικές πολιτικές αντιλήψεις και ιδεολογικές επιρροές στο πλαίσιο του κινήματος.