Brigada

19 Ιουν

Με αφορμή το Μακεδονικό... ξανά!

Είναι τεράστια η απόσταση ανάμεσα σε μια συμφωνία που επιλύει το όνομα και στη συνέχεια, χρησιμοποιείται πολιτικά ανάμεσα σε κυβερνήσεις που συναινούν στην διεύρυνση των ευρωατλαντικών θεσμών και είναι άλλο να δεσμεύονται τα μέρη, βάσει συμφωνίας, να αναγνωριστεί η χώρα ως «Βόρεια Μακεδονία» και να ενταχθεί στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ.

Του Άρη Τόλιου

Και κάπως έτσι απλά, έληξε ( ; ) ένα τεράστιο και ακανθώδες ζήτημα εξωτερικής πολιτικής, από εκείνα που θρέφουν εθνικούς μύθους και μεγαλώνουν γενιές εξοργισμένων από αμφότερες τις πλευρές των εκάστοτε συνόρων.

Ο Αλέξης Τσίπρας και ο Νίκος Κοτζιάς το βράδυ της 16ης Ιουνίου πραγματικά πάτησαν επί πτωμάτων στην συζήτηση της πρότασης δυσπιστίας της Νέας Δημοκρατίας στη Βουλή. Αυτό μπορούμε να το ισχυριστούμε με διπλή έννοια: αφ' ενός, «πάτησαν επί πτωμάτων» με την κυνική έννοια, βομβαρδίζοντας τα έδρανα της Βουλής με εύκολο πατριωτισμό, κοσμοπολίτικο διεθνισμό και τεκμήρια παλαιότερης διπλωματικής ανευλάβειας και αφ' ετέρου, πάτησαν πάνω στο πολιτικό «πτώμα» που ακούει στο όνομα Κυριάκος Μητσοτάκης, βάζοντας τον να απολογείται άλλοτε για τη βιολογική (Κωνσταντίνος Μητσοτάκης) και άλλοτε για την πολιτική του οικογένεια (Αντώνης Σαμαράς).

Αν υποθέσουμε, λοιπόν, ότι, από ελληνικής πλευράς, η φάση της συμφωνίας έχει ολοκληρωθεί, αξίζει να σημειώσουμε ορισμένα συμπεράσματα.

Η αντιπολίτευση

Σε άλλη μια μάχη στο συστημικό τερέν, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποδεικνύεται παραδειγματικά ανίκανος να κάνει ουσιαστική αντιπολίτευση. Ο τραγέλαφος της πρότασης δυσπιστίας που καρτερικά ανέμενε τη σειρά του, αφού περάσει το νέο πολυνομοσχέδιο (κάτι τέτοια πάντα έχουν προτεραιότητα) και το πρώτο μεταμνημονιακό... πενταετές πλάνο, ήταν ενδεικτικός. Αφού πρώτα υπερψηφίστηκε το πολυνομοσχέδιο, ξεκίνησε η... στεντόρεια αντιπαράθεση για το μακεδονικό στη Βουλή. Φυσικά, η αξιωματική αντιπολίτευση δεν περιορίστηκε μόνο στην υποκρισία του να ανάγεις ως μέγα ζήτημα τη συμφωνία για το μακεδονικό και λόγο πτώσης κυβέρνησης, αφού πρώτα εξασφαλιστεί η ψήφιση του πολυνομοσχεδίου (το οποίο όμως καταψήφισε!). Με την καταψήφιση της πρότασης μομφής, ουσιαστικά νομιμοποίησε τη συμφωνία από τώρα.

Επιπλέον, είναι σίγουρο ότι πολλά από αυτά που καταψηφίζει η ΝΔ, πολύ θα ήθελε να τα υπερψηφίζει ο Μητσοτάκης (π.χ. ζητήματα δικαιωμάτων), όμως ο κομματικός κορμός που τον υποστηρίζει είναι αγκυροβολημένος στην ακροδεξιά του Σαμαρά, του Βορίδη και του Γεωργιάδη. Ουσιαστικά, αυτή είναι η μοναδική αποτελεσματική αντιπαράθεση που μπορεί να οικοδομήσει η ΝΔ: να ορθώσει ιδεολογικά – ιστορικά τείχη με τον ΣΥΡΙΖΑ, να μεταφέρει μέσα στη Βουλή συζητήσεις που συναντάς στο καφενείο ή στο ταξί διολισθαίνοντας όλο και περισσότερο βεβαίως σε μετεμφυλιακό λόγο. Αυτές τις ανησυχίες δεν φαίνονται πάντως να μοιράζονται όλοι, αφού τόσο οι «Καραμανλικοί» όσο και η Ντόρα Μπακογιάννη υποστηρίζουν ανοιχτά τις περισσότερες αντίστοιχες πρωτοβουλίες του ΣΥΡΙΖΑ. Και όσο το «τιμόνι» γέρνει όλο και δεξιά, ο Μητσοτάκης συσπειρώνει μόνο αυτούς που ήδη έχει και ελάχιστους άλλους, καθώς ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας, που ψάχνουν τρόπο να «μαυρίσουν» τον Τσίπρα, ούτε εμπνέονται από τον Μητσοτάκη, ούτε από τους καινούργιους του «φίλους».

Την ίδια στιγμή, το υπόλοιπο μνημονιακό σύμπαν ανασυντάσσεται για την επόμενη μέρα. Οι Ανεξάρτητοι Έλληνες έχασαν ακόμα έναν βουλευτή (τον ακροδεξιό Δημήτρη Καμμένο που προσεταιρίστηκε ήδη η ΝΔ), έχοντας συμπιεστεί πλέον στα εκλογικά όρια τους και ακολουθώντας τη μοίρα της Ένωσης Κεντρώων του Βασίλη Λεβέντη. Το Κίνημα Αλλαγής περνάει μια ακόμα κρίση ηγεσίας, με διάφορα φαντασμένα και ψωροπερήφανα πρώην μεγαλοστελέχη του ΠΑΣΟΚ να τσακώνονται. Ακόμα περισσότερο, εν μέσω σκανδάλου Novartis, οι Βενιζέλος – Λοβέρδος πολύ θα ήθελαν να αναζητήσουν άσυλο στη ΝΔ, αλλά δεν μπορούν, ενώ αρκετοί σχεδόν ικετεύουν για σύμπραξη με τον ΣΥΡΙΖΑ, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα τους Ραγκούση – Θεοδωράκη. Κοινώς: τέσσερα από τα οκτώ κοινοβουλευτικά κόμματα αυτή τη στιγμή διεμβολίζονται μέχρι εξοντώσεως από ΣΥΡΙΖΑ – ΝΔ.

Η κυβέρνηση

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ηγεμονεύει ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος εν τέλει ΔΕΝ είναι κάποιο αξεπέραστο πολιτικό κεφάλαιο, από όποια σκοπιά κι αν τον δεις. Είναι στην εξαιρετικά ευχάριστη θέση, όμως, από το 2015 να βρίσκεται στη θέση της κυβέρνησης που ξεμπέρδεψε με το «σχέδιο της ανατροπής» που γιγαντώθηκε μέσα από πέντε δύσκολα χρόνια μνημονίων. Δεν είναι ακριβώς ότι έσβησε η αντίδραση για την εξελισσόμενη επίθεση στην εργασία, στη νεολαία και στις λαϊκές οικογένειες. Αυτό που πέτυχε ο Τσίπρας είναι από ενεργητική να καταστεί αυτή παθητική, από δραστήρια αδρανής και από εξωστρεφής εσωστρεφής. Η εκλογική αποδοχή του ΣΥΡΙΖΑ τον Σεπτέμβρη του '15 (όταν και έχασε 300.000 ψήφους), αλλά και η αντίστοιχη δημοσκοπική του έκτοτε ακολουθεί διαρκώς καθοδική πορεία. Το πρόβλημα είναι πως αυτή η αποδοκιμασία των πολιτικών του Μνημονίου έχει μόνο ποσοτικές ομοιότητες με αυτή του '10-'15, αλλά ποιοτικά είναι «η μέρα με τη νύχτα»: πλέον, όσο κι αν μεγεθύνεται η αποδοκιμασία, θα είναι απολύτως ακίνδυνη, όσο έχει τον ίδιο χαρακτήρα.

Επιπλέον, τον Σεπτέμβρη του '15 και μέχρι αρκετά πρόσφατα, η κυβέρνηση αντλούσε αντοχές στην αμυντική της γραμμή: «και τι θέλετε, να κυβερνήσει ο Κυριάκος;», «και ΤΙΝΑ κάνουμε;», κτλ. Πλέον, η κυβερνητική γραμμή, οδεύοντας σε μια απότομη ή παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, έχει ήδη αρχίσει να αλλάζει και να γίνεται ιδιαίτερα επιθετική. Δεν πρόκειται φυσικά για την «καθαρή έξοδο από τα μνημόνια», το δήθεν όραμα της ανάπτυξης και των επενδύσεων ή ακόμα και την αριθμητική έκρηξη του τουρισμού (ο οποίος καταναλώνεται στην Ελλάδα μεν, αλλά παράγεται και κεφαλαιοποιείται στο εξωτερικό). Η κυβερνητική γραμμή έχει αναφορές σε άυλους όρους πολιτικής, δεν βελτιώνει σε τίποτα τη ζωή της ελληνικής κοινωνίας και είναι μια σκληρή γραμμή ιδεών, αναθεωρητισμού, λόγου και αφήγησης. Η επίλυση εθνικών ζητημάτων, η πατριωτική αξιοπρέπεια, η ανάκτηση της εθνικής υπερηφάνειας, αλλά και η σκανδαλολογία και η δέσμευση για κάθαρση (βλ. Novartis, ελληνικό ποδόσφαιρο, κά) – τέτοια πράγματα έχει το μενού του Αλέξη Τσίπρα, που ανάθεμα κι αν ανακουφίζουν πραγματικά κάποιον άνθρωπο που ζει στο πετσί του τη μιζέρια της Ελλάδας του 2018. Είναι σαφές πως ο σημερινός πρωθυπουργός και το επικοινωνιακό του επιτελείο θα αποτελέσει τον «ασθενή μηδέν» στην επιδημία που ονομάζεται «μετα-πολιτική» στην Ελλάδα.

Η μετα-πολιτική βασίζεται σε δύο βασικούς βραχίονες: από τη μία, στην ανάθεση της πολιτικής εξουσίας σε μετα-δημοκρατικά όργανα και την υποβάθμιση του ρόλου των κυβερνήσεων σε επίπεδο κοινωνικής διαχείρισης και από την άλλη, στην αντικατάσταση του πολιτικού προσήμου με το αξιακό. Ποτέ άλλοτε στη χώρα δεν υπήρξε κυβέρνηση που να μην παράγει πολιτικό προϊόν βάσει αυτών που κάνει, αλλά αποκλειστικά βάσει αυτών που δηλώνει ότι κάνει. Κάθε κυβέρνηση της Μεταπολίτευσης μπορούσε να ισχυρίζεται ότι η ίδια «έκανε έργα» - το αν κάποιος τα κρίνει κακά ή διαφωνεί πολιτικά με αυτά (π.χ. η διαφθορά ή το πελατειακό κράτος) είναι εν τέλει το σημείο στο οποίο ξεκινάει η πολιτική αντιπαράθεση και σύγκρουση. Αντιθέτως, τα «έργα» της σημερινής κυβέρνησης δεν έχουν θετικό πρόσημο, αλλά δικαιώνονται και ισχυροποιούνται βάσει του τι έκαναν οι «προηγούμενοι», τι θα κάνουν οι «άλλοι» και τι αφήνουν «οι από πάνω» να γίνει. Εν τέλει, αν πρέπει κάποιος να προσδιορίσει την «πολιτική ΣΥΡΙΖΑ» μπορεί να είναι όλα αυτά που δεν έκαναν το ΠΑΣΟΚ και η Νέα Δημοκρατία, ότι δεν θα κάνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης και όσα επιτρέπουν οι δανειστές μας.

Η συμφωνία

Τι πέτυχε η κυβέρνηση ως προς το Μακεδονικό; Βασικά, τη διευθέτηση του ονόματος σε «Βόρεια Μακεδονία», την υλοποίηση των προαπαιτούμενων για τη συμφωνία πρώτα από την πλευρά της γείτονας χώρας και μια σειρά από δεσμεύσεις για τροποποιήσεις του Συντάγματος της, καθώς και απαλοιφή συμβόλων, αγαλμάτων και οτιδήποτε γενικότερα μπορεί να δηλωθεί ως εκδήλωση «αλυτρωτισμού». Υπάρχουν, ωστόσο, τρία ζητήματα τα οποία πρέπει κανείς να εξετάσει με νηφαλιότητα:

- πρώτον, η Συμφωνία περιλαμβάνει μια σειρά από μεταβατικές διατάξεις, οι οποίες θα ολοκληρώνονται τμηματικά αλλά και ανεξάρτητα. Δεν χρειάζεται να επισημάνουμε πως θεωρητικά η συμφωνία μπορεί να «σκαλώσει» στην κύρωση στο Κοινοβούλιο της ΠΓΔΜ ή στο δημοψήφισμα της, αν το επιλέξει ή ακόμα και στο ελληνικό Κοινοβούλιο (για παράδειγμα, αν μέχρι τότε έχει γίνει πρωθυπουργός ο Μητσοτάκης και παραμείνει συνεπής στην άτεγκτη στάση του όπως αυτή δηλώθηκε στην πρόταση μομφής, εκ των οποίων αμφότερα τα ενδεχόμενα είναι «για να γελάνε και οι πέτρες» βεβαίως). Η ολοκλήρωση των τροποποιήσεων που αφορούν στη χρήση του ονόματος στις εμπορικές δραστηριότητες έχει βάθος χρόνου μέχρι το 2022 και στη χρήση εγγράφων στο εξωτερικό και στο εσωτερικό της χώρας το 2023. Άρα, έχουμε πολύ δρόμο ακόμα.

- δεύτερον, στον βαθμό που υπήρχε θεσμοθετημένος και συνταγματικός αλυτρωτισμός, δεν υπάρχει καμία, μα καμία ρητή ή συγκεκριμένη αναφορά σε συγκεκριμένες συνταγματικές διατάξεις που θεωρούνται αλυτρωτικές και σε συγκεκριμένες αλλαγές που θα απαλείψουν τον αλυτρωτισμό. Φυσικά, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, τον τόνο δίνουν τα κυβερνητικά non-paper – είναι χαρακτηριστικό της αντίληψης περί μετα-πολιτικής, άλλα να λέγονται, άλλα να γράφονται και άλλα να γράφονται ότι ελέχθησαν. Αντίστοιχα, λοιπόν, η μεταμοντέρνα αντίληψη της πολιτικής και από αυτή την κυβέρνηση οδήγησε σε δύο κείμενα: ένα non paper, που προσιδιάζει σε πρακτικά συζήτησης και βρίθει λεπτομερειών για αλλαγές που θα επέλθουν στο Σύνταγμα της ΠΓΔΜ και ένα κείμενο συμφωνίας, ένα «συμβόλαιο» ανάμεσα σε πολλά μέρη, που έχει αρκετές υποσχέσεις, χωρίς χρονικό ορίζοντα και χωρίς αναφορές σε τι ισχύει και τι θα αλλάξει.

Μια – όχι τόσο επισφαλής – εκτίμηση θα έλεγε πως οι δύο κυβερνήσεις θα προσπαθήσουν να κεφαλαιοποιήσουν για ίδια πολιτικά συμφέροντα στο μέγιστο βαθμό το πολιτικό προϊόν της συμφωνίας (ο Τσίπρας την επίλυση ενός καυτού εθνικού θέματος με την Ελλάδα κερδισμένη και ο Ζάεφ την ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας στον ευρωατλαντικό άξονα) και να επιταχύνουν την εξέλιξη της συμφωνίας. Αν ενδιάμεσα αυτή γεννήσει νέους γύρους εθνικισμών και πολιτικών αναταραχών ή δεν εμπεριέχει τόσες και τέτοιες συνταγματικές αλλαγές, αυτό θα είναι αντικείμενο και πρόβλημα των τότε κυβερνώντων – το σημαντικό είναι η σημερινή ΠΓΔΜ να είναι στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ.

- τρίτον, το παραπάνω είναι και το πραγματικό ζήτημα. Μια απλή ανάγνωση του κειμένου κάνει απολύτως ξεκάθαρο πως πρόκειται, όχι για συμφωνία επίλυσης ονόματος, αλλά συμφωνία ένταξης στο ΝΑΤΟ. Ας είμαστε ακόμα πιο σαφείς: δεν είναι συμφωνία ΝΑΤΟ μόνο με πολιτικούς όρους, αλλά με σαφείς συμβατικούς όρους. Αυτό που περιγράφεται στη συμφωνία είναι μια διαδικασία, με πολλά στάδια, για το πως θα ενταχθεί η Βόρεια Μακεδονία στους υπερεθνικούς σχηματισμούς. Είναι τεράστια η απόσταση ανάμεσα σε μια συμφωνία που επιλύει το όνομα και στη συνέχεια, χρησιμοποιείται πολιτικά ανάμεσα σε κυβερνήσεις που συναινούν στην διεύρυνση των ευρωατλαντικών θεσμών και είναι άλλο να δεσμεύονται τα μέρη, βάσει συμφωνίας, να αναγνωριστεί η χώρα ως «Βόρεια Μακεδονία» και να ενταχθεί στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ.

Λεπτομέρεια; Όχι τόσο. Ας πάρουμε ένα υποθετικό σενάριο. Αν μέχρι να ολοκληρωθεί η κύρωση της συμφωνίας έχει προκύψει στη γείτονα χώρα ή στην Ελλάδα κυβέρνηση που είναι ενάντια στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ, τότε το ζήτημα μπορεί να καταστεί εκ νέου έωλο στο σύνολο του – τόσο η ένταξη της χώρας στους οργανισμούς αυτούς, όσο και η διευθέτηση του ονόματος, αφού στη συμφωνία πάνε «πακέτο».

Τέτοιο άγχος κανονικά θα έπρεπε να πιάνει και την Ελλάδα, η οποία, όμως, αυτή τη στιγμή κυβερνάται από την πιο αμερικανόφιλη κυβέρνηση της Μεταπολίτευσης. Οι μόνες δυνάμεις, οι οποίες τονίζουν ότι η εμπλοκή του ΝΑΤΟ επισκιάζει την συμφωνία, είναι οι δυνάμεις της Αριστεράς. Δεν συζητάμε φυσικά το γεγονός ότι είναι αδιανόητο για την Αριστερά να είναι υπέρ, σχετικά ή απόλυτα, σε συμφωνίες που διευρύνουν το ΝΑΤΟ ή γίνονται με όρους ΝΑΤΟ. Είναι επίσης σαφές πως, όχι μόνο ο διαμελισμός της Γιουγκοσλαβίας, αλλά και η ενίσχυση των εθνικισμών στην περιοχή έγιναν υπόθεση δυνάμεων όπως οι ΗΠΑ και η Γερμανία που – ως εκ θαύματος! – πρωταγωνιστούν και στην σταδιακή θεσμική ενσωμάτωση του συνόλου του γιουγκοσλαβικού χώρου, κατακερματισμένου πλέον, στους θεσμούς που τον διέλυσαν ευθύς εξαρχής. Εξαίρεση φυσικά αποτελεί η Σερβία, η οποία πολύ σύντομα θα ασφυκτυά περιτριγυρισμένη από μια σειρά φανατικών νατοϊκών μικρών κρατών.

Η Αριστερά

Δυστυχώς, ωστόσο, αυτός ο συγχρονισμός τοποθετήσεων εντός της Αριστεράς, θα ήταν αξιέπαινος, αν δεν ήταν εν τέλει συμπτωματικός. Διότι ακόμα και εντός της Αριστεράς, οι απόψεις ποικίλλουν για την ουσία της συμφωνίας και καταλήγουν συχνά σε ακραίες στρεβλώσεις. Αξίζει εδώ να δούμε μερικά επιχειρήματα.

Α. Η λύση της σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό είναι σχεδόν διαχρονική θέση της Αριστεράς, οπότε η συμφωνία είναι καλή.

Πράγματι, με όρους «ξερής» ονοματολογίας, η Βόρεια Μακεδονία είναι μια καλή ονομασία, καθώς προσδιορίζει ένα κράτος γεωγραφικά, μακριά από μεταφυσικές εθνοκεντρικές αφηγήσεις. Η γείτονα χώρα επαναχαρακτηρίζεται ως αυτό που ήταν πάντα: ένα υποσύνολο του μακεδονικού γεωγραφικού, ιστορικού και πολιτισμικού χώρου. Φυσικά, εδώ υπάρχει και ένας νομικός παραλογισμός, αφού η έννοια του erga omnes («έναντι όλων») αντικρούεται από τη χρήση της αναγνωρισμένης ως «μακεδονικής» γλώσσας και του αναγνωρισμένου ως «Μακεδόνα» πολίτη σε ένα κράτος που ονομάζεται «Βόρεια Μακεδονία» - πιο εύχρηστο είναι, erga omnes δεν είναι και επί της ουσίας, αποδυναμώνει το «Βόρεια». Ωστόσο, επειδή αυτό φαίνεται λεπτομέρεια, ας σταθούμε στο βασικό: το όνομα δεν είναι ο πυρήνας του προβλήματος και βασικά, ποτέ δεν ήταν. Το μόνο που παρεμποδίστηκε τόσα χρόνια στην εύρυθμη λειτουργία της ΠΓΔΜ, με το όνομα να βρίσκεται σε εκκρεμότητα, ήταν το... δικαίωμα (sic) στην ένταξη της σε ΕΕ και ΝΑΤΟ, όχι κάποιο εμπάργκο ή κυρώσεις.

Β. Έτσι κι αλλιώς, με όρους ΕΕ και ΝΑΤΟ θα λυνόταν η συμφωνία.

Αυτό κι αν είναι παραλογισμός! Δηλαδή, δεν θα μπορούσαν δύο κράτη, σε συνθήκες ευνοϊκές (όπως πράγματι δεν ήταν, για παράδειγμα, η κυβέρνηση παροξυσμού του Γκρουέφσκι), να συζητήσουν την ενίσχυση των σχέσεων τους και την επίλυση ενός ζητήματος; Χρειάζεται οπωσδήποτε να μεσολαβεί κάποιος τρίτος ή ακόμα περισσότερο, να γίνεται με δικούς του όρους και συμφέρον; Εκτός αν δεχτούμε, με μια δόση πρόχειρης realpolitik, ότι η πραγματικότητα Ελλάδας και Βόρειας Μακεδονίας είναι η σημερινή και αυτή λέει ότι η μοίρα αμφότερων είναι να είναι αδύναμες μέσα στο ΝΑΤΟ. Μόνο που σε αυτή την περίπτωση, τι εγγυήσεις ακριβώς μπορούν να παρέχουν για μια ειρηνική αντεθνικιστική επίλυση δύο αδύναμοι και άβουλοι βραχίονες ενός υπερεθνικού στρατιωτικού οργανισμού; Το ότι μπορεί να εγγυηθεί η ύπαρξη του ΝΑΤΟ στην περιοχή την ειρήνη δε, θα ήταν αστείο, αν δεν είχε συνδεθεί ιστορικά με τον αιματηρό εμφύλιο στη Γιουγκοσλαβία.

Γ. Η συμφωνία χτυπάει αποφασιστικά τον εθνικισμό.

Τουλάχιστον επιπόλαιη και βιαστική εκτίμηση για έναν βασικό λόγο. Η συμφωνία δεν εκπορεύτηκε από κάποια εσωτερική κοινωνική δυναμική ή κάποια αλλαγή του συσχετισμού δύναμης εντός των δύο χωρών, η οποία θα είχε πρόταγμα τη διεθνιστική συμφιλίωση των λαών. Αντιθέτως, επιταχύνθηκε, αν όχι επιβλήθηκε από εξωτερικό και «άνωθεν» παράγοντα. Αυτή η διευθέτηση του ζητήματος, αναντίστοιχη με τις εσωτερικές στις δύο χώρες διεργασίες, ελλοχεύει κινδύνους. Ιδιαίτερα αν, συχνά, υιοθετούμε εκτιμήσεις για «εκφασισμό» ή συντηρητικοποίηση της κοινωνίας, τότε σε πρώτο βαθμό, πρέπει να αναμένουμε την τόνωση της αντίδρασης στην Ελλάδα και αντίστοιχα, ίσως και στην ΠΓΔΜ – στο κάτω – κάτω της γραφής, δεν είναι καθόλου απλό να «ξε-μάθει» αυτά με τα οποία μεγάλωσε μια ολόκληρη γενιά εκεί.

Εκτός αν θεωρούμε πως χρέος του μαχητικού αντιφασισμού είναι να πάρει τη σκυτάλη από την... αντεθνικιστική συμφωνία της κυβέρνησης και να συνεχίσει τον αγώνα στο κοινωνικό πεδίο.

Ή εκτός αν η κοινωνία δεν εκφασίζεται τελικά ακριβώς ή τέλος πάντων, δεν είναι αυτό το πρώτο πράγμα που της συμβαίνει, ο πρώτος κίνδυνος στον οποίο είμαστε όλοι εκτεθειμένοι.

Ή βασικά, εκτός αν τελικά η συμφωνία δεν είχε στην αρχή, μέση ή τέλος της σκοπό να καταπολεμήσει τον εθνικισμό και χρησιμοποιείται χυδαία ως πρόσχημα. Λέμε τώρα.

Δ. Άρα, όσο υπάρχει το ΝΑΤΟ, να μην επιλύεται τίποτα. Πόσο υποκρισία!

Στο φαντασιακό μας συχνά επικρατεί ένα σχήμα, όπου υπάρχει μια δοσμένη κατάσταση (ΝΑΤΟ, ΕΕ, καπιταλισμός, κτλ.), την οποία για κάποιο λόγο την παίρνουμε δεδομένη. Η λογική «όσο υπάρχει [εισάγετε λέξη], δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα» συνήθως ταυτίζεται ως καρικατούρα με θέσεις του ΚΚΕ και επιδέχεται δίκαιης κριτικής. Αυτό δεν σημαίνει πως επί της αρχής είναι μια λάθος θέση. Αυτό, όμως, που της λείπει είναι το θετικό πρόταγμα που κινεί την Ιστορία και την κοινωνία σε μια άλλη κατεύθυνση. Άρα, βεβαίως και πολιτικά, η θέση που αναζητά τη λύση, την εξομάλυνση των διμερών σχέσεων είναι πολύ σημαντικότερη από στρεψοδικίες κάθε είδους.

Όμως, από πότε η οργανική διεύρυνση του ΝΑΤΟ και της επιρροής του είναι μια θετική εξέλιξη; Από πότε η Αριστερά δέχεται να μετατρέπονται ολόκληρες χώρες, όσο μικρές κι αν είναι, σε στρατιωτικές βάσεις ή σε αδύναμους εταίρους της νεοφιλελεύθερης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης; Ο κόμβος που ονομάζεται «επίλυση του ονόματος» δεν εντάσσεται μέσα σε ένα προοδευτικό ή μεταβατικό πλαίσιο, αλλά μέσα σε ένα γεωπολιτικό σχέδιο ολοκλήρωσης, απομόνωσης και ιμπεριαλιστικής εξάρτησης, με τα δύο υποκείμενα να αποτελούν πιόνια στην σκακιέρα.

Ε. Όχι και πιόνια! Είναι ξεκάθαρο πως επικράτησε ο ελληνικός υποϊμπεριαλισμός.

Αυτό προϋποθέτει μια σειρά από συνεπαγωγές, οι οποίες, τόσο καθεμία, όσο και όλες μαζί είναι σχεδόν άτοπες. Προϋποθέτει δηλαδή η ελληνική αστική τάξη να παίζει σοβαρό και σχετικά αυτόνομο γεωπολιτικό ρόλο, η ελληνική διπλωματία να στοιχίζεται με αυτήν κατά κύριο λόγο, οι συζητήσεις να διεξάγονται ανάμεσα σε δύο, η Ελλάδα να είναι γεωπολιτικά η σημαντικότερη δύναμη στην περιοχή ή να μην υπάρχει καν τέτοια, να έχει επιθετική εξωτερική πολιτική που να θέτει εκβιαστικά διλήμματα σε τρίτους, κτλ.

Είναι προφανές πως τίποτα από αυτά δεν ισχύει σε τέτοιο βαθμό που να στοιχειοθετείται υπόθεση επικράτησης του ελληνικού ιμπειριαλισμού πάνω στην Βόρεια Μακεδονία. Προφανώς, τα ελληνικά οικονομικά και επιχειρηματικά συμφέροντα είναι ιδιαίτερα προωθημένα στη χώρα εδώ και πάρα πολλά χρόνια, όταν η Ελλάδα επιχειρούσε να εξασκήσει οικονομικό επεκτατισμό στα Βαλκάνια και δεν έχουν απειληθεί από την έκβαση των συζητήσεων για το όνομα. Τι ακριβώς παραπάνω κέρδισε ο υποτιθέμενος ελληνικός ιμπεριαλισμός ή «υπο-ιμπεριαλισμός» από τη συμφωνία; Γιατί να εκβιάσει την επίλυση του ζητήματος; Το ότι γειτνιάζουν δύο άνισα μεταξύ τους καπιταλιστικά κράτη, γιατί συνεπάγεται ότι καθορίζουν τη σχέση τους μόνο από αυτή την οικονομική ανισότητα; Πιστεύουμε ειλικρινά πως ο Νίκος Κοτζιάς εκπροσωπεί πρωτίστως τα συμφέροντα της ελληνικής αστικής τάξης ή πως η τελευταία είναι ικανή να επιβάλλει όρους σε οποιονδήποτε άλλον πλην των εργαζομένων, πολλώ δε μάλλον στην υπερεθνική ανωδομή; Αν δεχόμαστε ότι υπάρχει σχέδιο περιχαράκωσης των Βαλκανίων απέναντι στη Ρωσία, είναι δυνατόν να θεωρούμε πως την υπόθεση έχει κινήσει αποφασιστικά ο – γενικά χρεοκοπημένος και υποβαθμισμένος την τελευταία δεκαετία – ελληνικός καπιταλισμός; Είμαστε σίγουροι πως η νατοϊκή ολοκλήρωση στα Βαλκάνια δεν θα χρησιμοποιηθεί από τις ΗΠΑ και για τη συμμόρφωση της σαφώς πολυτιμότερης γεωπολιτικά Τουρκίας;

Το ότι η Ελλάδα της επιτροπείας, ο τελευταίος τροχός της άμαξας (ή της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας), συμβάλλει στο να προστεθεί ένας ακόμα πιο... «τελευταίος τροχός» (sic) ή ότι η ΠΓΔΜ έχει εξαρτήσεις από το ελληνικό κεφάλαιο, δεν σημαίνει πως τους όρους στο τραπέζι τους έθεσε το τελευταίο ή πως μίλησε εξ ονόματος του η ελληνική κυβέρνηση ή πως κάθε είδους εξαρτήσεις αυτομάτως συνιστούν αυτόματα ιμπεριαλισμούς. Είναι ακατανόητη η εμμονή να αναδειχθεί ένας κρίκος στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα ως περισσότερο σημαντικός, μόνο και μόνο επειδή είναι... ο δικός μας κρίκος.

Αλλιώς, θα πρέπει να ανοίξουμε τον παρακάτω χάρτη από το CIA World Factbook, που δείχνει την κύρια εισαγωγική πηγή σε κάθε χώρα της Ευρώπης για να ανακαλύψουμε τον νορβηγικό, σουηδικό, εσθονικό και λιθουανικό ιμπεριαλισμό.

b4p0azuuy0oy

Παρεμπιπτόντως, στην Βόρεια Μακεδονία κυρίως εξάγει η Γερμανία, όχι η Ελλάδα...

ΣΤ. Η συμφωνία καταπατά το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού μιας χώρας

Δυστυχώς, το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού έχει εισαχθεί μέσα στη ρητορική της Αριστεράς με πολύ στρεβλούς όρους. Καταρχάς, ακόμα και η αναδρομή στον Λένιν θα δείξει μια σκέψη πολύ διστακτική, ένα πολύ αυστηρό «εξαρτάται», πάντα με γνώμονα τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και του εργατικού κινήματος. Πρώτο ερώτημα: πως είναι εκπεφρασμένη η βούληση της εργατικής τάξης της ΠΓΔΜ να ονομάζονται «Μακεδόνες» και γιατί αυτό είναι ως προς το συμφέρον τους; Είναι δυνατόν να αντιλαμβανόμαστε την διεθνιστική ενότητα των εργατών υπό τη στέγη του ΝΑΤΟ;

Συμπληρωματικά με αυτό, από πότε η Αριστερά ήταν υπέρ του εθνικού αυτοκαθορισμού ενός λαού ή της συγκρότησης του σε κράτος με εθνικά κριτήρια; Μπορεί το έθνος – κράτος να θεωρείται modus vivendi κράτους εδώ και 250 χρόνια, αλλά υπάρχουν και κρατικές οντότητες που δεν θεμελιώθηκαν σε εθνική βάση, όπως η Σοβιετική Ένωση.

Επιπλέον, είναι ανιστόρητο και προσκρούει πάνω στην ίδια τη λογική του αυτοπροσδιορισμού η κατοχύρωση του ονόματος «Μακεδονία» σε μια χώρα που αντιστοιχεί στο υποσύνολο της Μακεδονικής γεωγραφικής και πολιτισμικής οντότητας. Το μερικό δεν μπορεί να επιβάλλεται στο όλο. Ούτε επειδή η αρχαία Μακεδονία ήταν αρχαιοελληνικό κράτος σημαίνει πως δεν υπήρξαν και αλλού Μακεδόνες ούτε επειδή κάποιος αυτοπροσδιορίζεται ως κάτι σημαίνει πως έχει αναμφισβήτητο δικαίωμα ως έτσι να ενταχθεί στην διεθνή κοινότητα.

Επίλογος

Πρέπει να γίνει κατανοητό πως το ζήτημα του προσδιορισμού των εθνικών κρατών δεν είναι ποτέ μια εύκολη υπόθεση. Με αυτή την έννοια και ειδικά στο μακεδονικό ζήτημα, δεν υπήρχε και δεν υπάρχει σωστή και «συνεπής» θέση – τουλάχιστον με την έννοια της διαλεκτικής ενιαίας σχέσης ανάμεσα στο ιδεολογικό, στρατηγικό και πολιτικό επίπεδο. Ότι κοντινότερο σε «σωστή θέση» είναι μόνο η πολιτική που αποτρέπει την ενίσχυση των εθνικισμών, υπηρετεί την ειρήνη ανάμεσα στους λαούς και σέβεται τα επιστημονικά εργαλεία, όπως αυτά συνδέονται διαλεκτικά.

Η ειρωνεία είναι πως η «Βόρεια Μακεδονία» είναι πράγματι ένα τέτοιο παράδειγμα, καθώς – δεδηλωμένα τουλάχιστον - θεμελιώνει ένα κράτος, με μειωμένα τα εθνικά του χαρακτηριστικά, χωρίς να αρνείται την ύπαρξη σχετικής εθνότητας.

Βεβαίως, το πρόβλημα δεν είναι η άσκηση του δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού ενός γείτονα λαού, που δεν μας χωρίζει τίποτα, αλλά το «ξεχείλωμα» αυτού του αυτοπροσδιορισμού ώστε να περικλείει και την ένταξη στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ. Με αυτή τη συμφωνία, ο λαός της Βόρειας Μακεδονίας δεν αυτοπροσδιορίστηκε απλώς, αλλά αλυσοδέθηκε η μοίρα του μαζί με δύο εξαιρετικά απειλητικούς σχηματισμούς για την λαϊκή και την εθνική κυριαρχία αντίστοιχα.

* Το σκίτσο είναι του Πάνου Ζάχαρη.

 

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Είναι οι φασίστες... κότες; «Πανωλεθρίαμβος» »

Προσθήκη σχολίου

Παρακαλούμε, πριν δημοσιεύσετε το σχόλιό σας, έχετε υπόψιν σας τα ακόλουθα:
•Δεν επιτρέπονται τα «greeklish» (ελληνικά με λατινικούς χαρακτήρες) και η γραφή με κεφαλαία (Caps) .
• Κάθε γνώμη είναι σεβαστή, αρκεί να αποφεύγονται ύβρεις, ειρωνείες, ασυνάρτητος λόγος και προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, πολύ περισσότερο σε προσωπικό επίπεδο, εναντίον των συνομιλητών ή και των συγγραφέων, με υποτιμητικές προσφωνήσεις, ύβρεις, υπονοούμενα, απειλές, ή χυδαιολογίες.
•Μην δημοσιεύετε άσχετα, με το θέμα, σχόλια.
•Ο κάθε σχολιαστής οφείλει να διατηρεί ένα μόνο όνομα ή ψευδώνυμο, το οποίο αποτελεί και την ταυτότητά του σε κάθε συζήτηση.
Με βάση τα παραπάνω η διαχείριση διατηρεί το δικαίωμα μη δημοσίευσης σχολίων χωρίς καμία άλλη προειδοποίηση.
Προσοχή: 1. Η σελίδα λειτουργεί σε εθελοντική βάση. Τα σχόλια δημοσιεύονται το συντομότερο δυνατόν, μόλις αυτό καταστεί εφικτό.
2. Όσοι και όσες απευθύνονται στη διαχείρηση με απορίες και ερωτήσεις είναι απαραίτητο να αναγράφουν και το e-mail τους για τη δυνατότητα απάντησης.