Brigada

09 Απρ

Μετά το (νόμο) Γαβρόγλου τι;

Η κατεύθυνση όμως του Υπουργείου, εκφραζόμενη από το Νόμο Γαβρόγλου, είναι προς μια ακραία εντατικοποίηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, όπως επιτάσσει η συνθήκη της Μπολόνια, και μια περαιτέρω εμπορευματοποίηση της Εκπαίδευσης, επιχειρώντας να εναρμονίσει τα ελληνικά πανεπιστήμια με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά (και όχι μόνο).

των Ορέστη Μπεφάνη, Σοφίας Σουμίλα και Ιορδάνη Χρηστίδη *

Οι φοιτητικές εκλογές που θα διεξαχθούν στις 10 Απρίλη σηματοδοτούν, εν πολλοίς, την έναρξη μιας παρατεταμένης εκλογικής περιόδου, στην οποία κρίνεται η ένταση της προσχηματικά μεταμνημονιακής πραγματικότητας, αν δηλαδή θα συνεχιστεί με τον ρυθμό των τελευταίων μηνών, ή θα ενταθεί και θα εμβαθυνθεί περαιτέρω με μια πολύ πιθανή αναρρίχηση της Νέας Δημοκρατίας στην εξουσία. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, η διάλυση της δημόσιας δωρεάν παιδείας θα συνεχιστεί και πολύ πιθανόν να επιταχυνθεί.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, καθώς έχει προσχωρήσει ιδεολογικά και πόσο μάλλον πρακτικά-πολιτικά στο νεοφιλελεύθερο στρατόπεδο από το καλοκαίρι του 2015 και έπειτα, έχει εξαπολύσει μία σφοδρή επίθεση σε αυτό που ονομάζουμε Δημόσια και Δωρεάν Παιδεία. Η κυβέρνηση, συνεχίζοντας βέβαια τις πολιτικές των προηγούμενων κυβερνήσεων, προσπαθεί να μειώσει κι άλλο την, ήδη μειωμένη, χρηματοδότηση για την δημόσια εκπαίδευση πράγμα που έχει άμεσα αποτελέσματα στη βιοτική-ακαδημαϊκή καθημερινότητα των φοιτητών (μεγάλος αριθμός φοιτητών στους ήδη μικρούς ακαδημαϊκούς χώρους διδασκαλίας, μικρή παροχή μελών ΔΕΠ ) αλλά και στο εργασιακό τους μέλλον ( πχ αφαίρεση της παιδαγωγικής επάρκειας από το πτυχίο άρα και υποβάθμισή του). Αυτή η επίθεση εκφράστηκε κυρίως τον τελευταίο ένα χρόνο με το Νομοσχέδιο Γαβρόγλου με τις γνωστές σε όλους μας συγχωνεύσεις των πανεπιστημίων, όπως του Πανεπιστήμιου Θεσσαλίας, Δυτικής Μακεδονίας, Δυτικής Αττικής κλπ., καταδεικνύοντας την αδυναμία του Υπουργείου Παιδείας για παροχή επαρκούς χρηματοδότησης όλων των τριτοβάθμιων ιδρυμάτων, φέρνοντας βέβαια ως λύση την παύση λειτουργίας πολλών από αυτών και την μεταφορά τους σε άλλα, παρά την περαιτέρω και γενναία χρηματοδότηση τους.

Δυστυχώς, όμως, η συζήτηση για κάθε νομοσχέδιο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν μπορεί να διεξαχθεί ξεκομμένα από το εργασιακό μέλλον των φοιτητών, για το οποίο τόσο μελάνι χύνεται στην κυρίαρχη αφήγηση. Συγκεκριμένα, η αγορά εργασίας στην Ελλάδα, ως αποτέλεσμα επίδρασης πολλών παραμέτρων, έχει περιοριστεί σημαντικά και από ό,τι φαίνεται οι τομείς στους οποίους θα μπορούν να απασχολούνται οι νέοι εργαζόμενοι-πτυχιούχοι θα μειώνονται όλο και περισσότερο και θα γίνονται όλο και πιο συγκεκριμένοι, με τεράστιο βάρος στον τομέα των υπηρεσιών. Το πρότυπο του «νέου εργαζόμενου» (με όρους ηλικίας αλλά και μοντέλου), τόσο μακρινό από αυτό του μισθωτού εργαζόμενου όπως τον γνωρίσαμε τις τελευταίες δεκαετίες, είναι ένα, για τους πτυυχιούχους, ένα άθροισμα εποχικής απασχόλησης (συνήθως το καλοκαίρι στον τουρισμό, την λεγόμενη «βαριά» βιομηχανία της χώρας), ολιγόμηνων συμβάσεων ως διαλείμματα στην γενικά μακρόχρονη ανεργία (αρκετά συχνά σε θέσεις που έχουν σχέση με την αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης) και «χαρτζιλικιών» - μια «ευγενική προσφορά» της επιδοματικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ.

Έχει σημασία όμως και το φαινομενικά προκαθορισμένο για τις επόμενες δεκαετίες «στένεμα» των επιλογών μετά το πτυχίο. Για παράδειγμα, οι απόφοιτοι των λεγόμενων Ανθρωπιστικών- Νομικών-Κοινωνικών σχολών καταλήγουν νομοτελειακά να απορροφώνται συνήθως είτε σε συμβάσεις σε κοινωνικές δομές (βλ. προσφυγικό, ψυχοκοινωνική υγεία) είτε ως ελεύθεροι επαγγελματίες στον ιδιωτικό τομέα (με μεγάλη άμεση και έμμεση φορολόγηση) και πολύ πιο σπάνια στον δημόσιο τομέα.

Αντίστοιχα, οι απόφοιτοι των σχολών που ανήκουν, σύμφωνα με το πανελλαδικό σύστημα εξετάσεων, στο 2ο πεδίο, αντιμετωπίζουν και αυτοί μια παρόμοια κατάσταση. Βέβαια, τα φαινόμενα brain-drain είναι μεγαλύτερα σε αυτή την περίπτωση, ειδικά στην περίπτωση των μηχανικών, με την κατάρρευση της οικοδομικής-κατασκευαστικής δραστηριότητας στην Ελλάδα.

Ανάλογη είναι και η κατάσταση για τους απόφοιτους σχολών που σχετίζονται με επαγγέλματα υγείας (μεγάλος αριθμός γιατρών έχει μεταναστεύσει στο εξωτερικό) αλλά και για αυτούς που αποφοιτούν από σχολές σχετικές με οικονομικές επιστήμες, όπου απασχολούνται κυρίως στον τομέα της λογιστικής.

Όσο για τις σπουδές μετά το πτυχίο, πλέον θεωρείται τουλάχιστον απαραίτητο ένα μεταπτυχιακό για την επιτυχία στην αγορά εργασίας, την στιγμή που απαιτούνται συνήθως δίδακτρα για την απόκτηση του - δίδακτρα στα οποία πολλοί φοιτητές δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν οικονομικά. Σε κάποιες περιπτώσεις, το μεταπτυχιακό αντιμετωπίζεται ως αξιοποίηση ενός δεδομένου χρόνου ανεργίας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Όσο αφορά τα διδακτορικά και την έρευνα, ο ρόλος της υποχρηματοδότησης είναι καθοριστικός.

Καταλήγουμε επομένως στο συμπέρασμα, πως το μοντέλο της σταθερής μισθωτής εργασίας, με χαρακτηριστικά πλήρους και μόνιμης απασχόλησης τείνει να γίνει «σημείο του παρελθόντος», την ώρα που στην αγορά εργασίας κυριαρχούν οι συμβάσεις ελαστικής απασχόλησης. Αυτό αδιαμφισβήτητα θα έχει επιπτώσεις και στην διαμόρφωση του Πανεπιστημίου, καθώς αυτό συνδέεται με την αγορά εργασίας. Δηλαδή, είναι πολύ πιθανό ότι αυτό θα διαμορφώνεται σε πολλά επίπεδα (πχ. προγράμματα σπουδών) έτσι ώστε να εξυπηρετεί τις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Ήδη άλλωστε για τους περισσότερους υποψήφιους φοιτητές το κριτήριο του «αν θα βρω δουλειά» είναι πολύ βασικό - ίσως και το βασικότερο - όταν επιλέγουν το τί θα σπουδάσουν. Με αυτό τον τρόπο συντελείται μια υποβάθμιση όχι μόνο των πτυχίων αλλά και ολόκληρων επιστημονικών κλάδων. Ακόμα χειρότερο, δεν είναι απίθανο να οδηγηθούμε σε μια συνολική υποβάθμιση του δημόσιου και δωρεάν χαρακτήρα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και της μόρφωσης που αυτή προσφέρει, στο βαθμό που αυτή θα καταλήξει «αδιάφορη» σε μια συζήτηση εκ των προτέρων οριοθετημένη και προκαθορισμένη για το «που θα βρούμε δουλειά».

Η κατεύθυνση όμως του Υπουργείου, εκφραζόμενη από το Νόμο Γαβρόγλου, είναι προς μια ακραία εντατικοποίηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, όπως επιτάσσει η συνθήκη της Μπολόνια, και μια περαιτέρω εμπορευματοποίηση της Εκπαίδευσης, επιχειρώντας να εναρμονίσει τα ελληνικά πανεπιστήμια με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά (και όχι μόνο). Η Κυβέρνηση, παρά το γεγονός ότι η δημόσια και δωρεάν παιδεία είναι βαθιά ριζωμένη στην ελληνική κοινωνία, και με δεδομένους τους επιτυχείς αγώνες που έχουν δοθεί στο παρελθόν για τη προάσπισή της (βλέπε νόμο 815, νόμο Κοντογιαννοπούλου, νόμο Αρσένη, άρθρο 16, νόμο Διαμαντοπούλου, σχέδιο «Αθηνά»), προσπαθεί να επιβάλλει πολιτικές που δημιουργούν ένα ελεύθερο και προσβάσιμο έδαφος στα πανεπιστήμια για ιδιωτικές εταιρίες (διαμόρφωση προπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών κατά παραγγελία εταιριών-εργοστασίων) ή ιδρύματα (βλ. εκπαιδευτικά ιδρύματα για την παροχή παιδαγωγικής επάρκειας), που στόχο βέβαια έχουν όχι την κατάρτιση και την παροχή συνολικής γνώσης στους φοιτητές αλλά τη μεγιστοποίηση του κέρδους τους και την αναρρίχησή τους στο ανταγωνιστικό περιβάλλον των καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Τα τελευταία χρόνια αυτή η κατεύθυνση εκφράζεται επίσης με την περικοπή κονδυλίων για την σίτιση, την στέγαση και την μεταφορά των φοιτητών όπως επίσης και με τα δίδακτρα για μεταπτυχιακά ή διδακτορικά προγράμματα σπουδών, ή ακόμα και με το προσοντολόγιο που προσπαθεί να επιβάλλει στις σχολές και στην αγορά εργασίας δημιουργώντας ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον για τους φοιτητές-εργαζόμενους, σε συνδυασμό πάντα με μια διαρκή εντατικοποίηση των εκπαιδευτικών ρυθμών, με την εισαγωγή αλυσίδων στα μαθήματα και πιστωτικών μονάδων (ects) , δημιουργώντας έτσι ένα επιπλέον «φίλτρο» στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Το απόσταγμα, θα μπορούσαμε να πούμε, αυτού του μοντέλου είναι η κατάργηση του ασύλου στα πανεπιστήμια που εκφράζεται με την εισχώρηση ιδιωτικών εταιριών φύλαξης (security) των σχολών ή ακόμα και με την άρνηση παροχής αιθουσών στους φοιτητές για συνελεύσεις ή για πολιτικές εκδηλώσεις, πράγμα που καθιστά ένα πανεπιστήμιο «κλειστό» προς την κοινωνία και της ανησυχίες της.

Εικόνες από το μέλλον: ανάγκες και καθήκοντα

Όλα αυτά βέβαια δεν έχουν να κάνουν μόνο με ιδεολογικές προσεγγίσεις, απόψεις ή διαφωνίες πολιτικών ομάδων ή συλλογικοτήτων. Πιο πολύ αφορούν και πρέπει να αφορούν όλους τους φοιτητές που βιώνουν αυτή την κατάσταση καθημερινά αλλά και αγωνιούν για το μέλλον τους στο οποίο βλέπουν να υπάρχει αδιέξοδο.

Η παρούσα κατάσταση στα ελληνικά πανεπιστήμια είναι όντος αρκετά δύσκολη εδώ και αρκετά χρόνια και σε συνάρτησημε την απουσία ενός στιβαρού και ρωμαλέου φοιτητικού κινήματος, ικανού να συνδέσει τους διάφορους κοινωνικούς αγώνες με τον φοιτητικό συνδικαλισμό. Ο φοιτητικός συνδικαλισμός διέρχεται της σοβαρότερης κρίσης που έχει βιώσει, ως αποτέλεσμα της διαχρονικής απαξίωσής του από τις καθεστωτικές φοιτητικές παρατάξεις(ΔΑΠ-ΠΑΣΠ), της στραμμένης στο κεντρικοπολιτικό, μη κοινωνικά γειωμένης και καθοδηγούμενης από τα πάνω παρέμβασης της ΠΚΣ, αλλά και της σοβαρής κρίσης στην οποία βρίσκονται οι δικτυώσεις της ριζοσπαστικής αριστεράς (Αρ.Εν., ΕΑΑΚ), χωρίς να μπορούν να υπερβούν το συνολικό κρισιακό πεδίο που έχει διαμορφώσει η τετραετία της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ στο κίνημα και στην κοινωνία ευρύτερα.

Αυτή η πολυδιάσπαση της αριστεράς, που εκφράζεται πλέον και κεντρικοπολιτικά, σε συνδυασμό με την αποκοινωνικοποίηση της πολιτικής, της απουσίας ενδιαφέροντος δηλαδή για τα κοινά από την κοινωνία (κάτι που συμφέρει τους σχεδιασμούς της αστικής τάξης), έχουν ως αποτέλεσμα την απουσία ενός πολιτικού-συνδικαλιστικού υποκειμένου (σε συνδυασμό πάντα με ένα δυνατό φοιτητικό κίνημα), που θα μπορέσει να δει βαθιά τα προβλήματα της νεολαίας και να διεκδικήσει όσο το δυνατόν περισσότερα για την δημιουργία μιας πανεπιστημιακής-επαγγελματικής βάσης έτσι ώστε οι φοιτητές να οικοδομήσουν το εργασιακό και το κοινωνικό τους μέλλον.

Πρόταγμά μας είναι η δημιουργία ενός τέτοιου υποκειμένου που θα απευθύνεται στο σύνολο των φοιτητών, θα καταδεικνύει τους αντίπαλους που έχουν να αντιμετωπίσουν ξεσκεπάζοντας σε κάθε πτυχή την υποβάθμιση της εκπαίδευσης, οργανώνοντάς τους όμως και σε ένα σταθερό και πάγιο αγώνα με συγκεκριμένα ιδεολογικά και πολιτικά πλαίσια με ριζοσπαστικό χαρακτήρα και ιδιομορφία. Αυτό το υποκείμενο είναι αναγκαίο να δημιουργηθεί τώρα, χωρίς κωλυσιεργίες και επιφανειακές διαφορές που το κρατούν πίσω, συνδέοντας όλη την ριζοσπαστική αριστερά αλλά το κυριότερο, τους φοιτητές με ανησυχίες και προβληματισμούς που θέλουν να διεκδικήσουν το μέλλον τους.

Αυτό το πολιτικό, αλλά και συνδικαλιστικό υποκείμενο, οφείλει να έχει έναν διττό χαρακτήρα ως προς την παρέμβασή του εντός των φοιτητικών συλλόγων. Πρώτα και κύρια, οφείλει να είναι ανοιχτό ως προς το χαρακτήρα του, να μην αποκλείεται καμία αριστερή, ριζοσπαστική αντίληψη από το να συμμετάσχει σε αυτό. Οπότε, είναι αναγκαίο οι δυνάμεις εκείνες που έχουν αναφορές στην φοιτητική αριστερά και τις κατακτήσεις των αγώνων του φοιτητικού κινήματος, να συναντηθούν εκ νέου και να οσμωθούν, τόσο μεταξύ τους όσο και με το φοιτητικό υποκείμενο, το οποίο θέλουν να μετατοπίσουν, σε μοριακό επίπεδο, αναλαμβάνοντας να επαναοικειοποιηθούν τους κοινωνικούς χώρους του ελληνικού πανεπιστημίου, υπερασπιζόμενες τον δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα του, όσο και μια ανθρώπινη καθημερινότητα μέσα σε αυτό.

Η άλλη πλευρά του νομίσματος οδηγεί, αναπόφευκτα μάλλον, αν όχι στην υπέρβαση, σίγουρα σε μια επανίδρυση των υπαρχόντων συνδικαλιστικών σχημάτων, ώστε αυτά να γίνουν ικανά όχι μόνο να είναι έτοιμα και με οξυμένα αντανακλαστικά για να αποκρούσουν κάθε επίθεση της ελληνικής αστικής τάξης στη δημόσια παιδεία, αλλά και να μπορούν να επανεξοπλίζουν διαρκώς το φοιτητικό κίνημα με νεα ιδεολογικά και πολιτικά όπλα ώστε αυτό να περάσει στην αντεπίθεση.

Προς το παρόν, η αντεπίθεση συντελείται, και μάλιστα στρατηγικά, μόνο από τη μεριά της αντίδρασης. Ωστόσο οι δυνάμεις της είναι περιορισμένες στην κοινωνία, και στους πανεπιστημιακούς χώρους ακόμη μικρότερες. Με την απουσία της πολιτικής όμως από το δημόσιο διάλογο, και με δεδομένο έναν νέο γύρο κοινωνικών αντιδράσεων και αναταράξεων τα επόμενα χρόνια, η απάντηση απέναντι στους σχεδιασμούς της αστικής τάξης οφείλει να είναι πολιτική, κινηματική, μαζική, γειωμένη στους κοινωνικούς χώρους των ΑΕΙ, αυθεντικά ριζοσπαστική, αυθεντικά ανατρεπτική, πραγματικά αριστερή.

 

* Το παραπάνω κείμενο είναι συλλογική επεξεργασία των φοιτητών της Πολιτικής Ομάδας "Brigada".

Σε ότι αφορά τους συντάκτες, ο Ορέστης Μπεφάνης είναι φοιτητής του τμήματος Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, η Σοφία Σουμίλα είναι φοιτήτρια του τμήματος Ιστορίας & Αρχαιολογίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και ο Ιορδάνης Χρηστίδης είναι φοιτητής του τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών & Μηχανικών Υπολογιστών του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου.

Προσθήκη σχολίου

Παρακαλούμε, πριν δημοσιεύσετε το σχόλιό σας, έχετε υπόψιν σας τα ακόλουθα:
•Δεν επιτρέπονται τα «greeklish» (ελληνικά με λατινικούς χαρακτήρες) και η γραφή με κεφαλαία (Caps) .
• Κάθε γνώμη είναι σεβαστή, αρκεί να αποφεύγονται ύβρεις, ειρωνείες, ασυνάρτητος λόγος και προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, πολύ περισσότερο σε προσωπικό επίπεδο, εναντίον των συνομιλητών ή και των συγγραφέων, με υποτιμητικές προσφωνήσεις, ύβρεις, υπονοούμενα, απειλές, ή χυδαιολογίες.
•Μην δημοσιεύετε άσχετα, με το θέμα, σχόλια.
•Ο κάθε σχολιαστής οφείλει να διατηρεί ένα μόνο όνομα ή ψευδώνυμο, το οποίο αποτελεί και την ταυτότητά του σε κάθε συζήτηση.
Με βάση τα παραπάνω η διαχείριση διατηρεί το δικαίωμα μη δημοσίευσης σχολίων χωρίς καμία άλλη προειδοποίηση.
Προσοχή: 1. Η σελίδα λειτουργεί σε εθελοντική βάση. Τα σχόλια δημοσιεύονται το συντομότερο δυνατόν, μόλις αυτό καταστεί εφικτό.
2. Όσοι και όσες απευθύνονται στη διαχείρηση με απορίες και ερωτήσεις είναι απαραίτητο να αναγράφουν και το e-mail τους για τη δυνατότητα απάντησης.