Brigada

13 Ιαν

Dogs of Berlin: Μία ακόμα αστυνομική σειρά ή μία ενδελεχής σκιαγράφηση της βερολινέζικης ανθρωπογεωγραφίας;

Την ίδια στιγμή που προσπαθεί να σκιαγραφήσει την «love to hate» σχέση της Γερμανίας με την Τουρκία, μία σχέση που μπορεί μεν σε πρώτο βαθμό να προσδιορίζεται επιφανειακά από το τουρκικό μεταναστευτικό στοιχείο της Γερμανίας, αλλά σε τελική ανάλυση είναι κάτι πολύ βαθύτερο. 

Του Στρατηγού Χειμώνα

«Ας πάνε να τα κάνουνε αυτά και στην Γερμανία αυτά, που είναι σοβαρό κράτος και όλοι σέβονται τους νόμους…»

Σωστά;

Μα φυσικά και όχι.

Το Dogs of Berlin, ανάμεσα σε πολλά άλλα, έχει μια επιπρόσθετη μα υποβόσκουσα αποστολή, ορατή μόνο από τους μη-Γερμανούς. Να απομυθοποιήσει πλήρως το γερμανικό αστικό και κοινωνικό τοπίο στα μάτια του διεθνούς κοινού και πιο συγκεκριμένα να αναδείξει τις κοινωνικές ισορροπίες και ανισορροπίες, τις παθογένειες και τις ανισότητες που δυστυχώς δεν ενδημούν μόνο εκεί.

Όχι! Η κοινωνία της πιο «ισχυρής» χώρας της ΕΕ δεν είναι αγγελικά πλασμένη και μοιραία έχει και «τρωτά» χαρακτηριστικά που την κάνουν να θυμίζει όλες τις «φυσιολογικές» δυτικές κοινωνίες, διαψεύδοντας πανηγυρικά την επίσημη γερμανική πολιτεία η οποία έχει έντεχνα καλλιεργήσει προς τα έξω, μία εικόνα μετα-λουθηριανής έμπνευσης και «αποστειρωμένης» ισορροπίας. Έχει φτώχεια, έχει κοινωνικό αποκλεισμό, έχει εγκληματικότητα, έχει οργανωμένο έγκλημα κι ολόκληρες συνοικίες που ελέγχονται από αυτό, έχει διεφθαρμένους αστυνομικούς, έχει αδικίες.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Γερμανούς ποδοσφαιριστές τούρκικης καταγωγής και μάλιστα διαπρεπέστατους, μάλλον ξέρουμε όλοι. Κάποιοι από αυτούς, αγωνίζονται και με τα χρώματα της Nationalmannschaft, της εθνικής ομάδας της Γερμανίας. Επίσης είναι λίγο πολύ γνωστή η τεράστια διεισδυτική ικανότητα και η απήχηση του ποδοσφαίρου στις κοινωνίες και ο απίστευτος τρόπος με τον οποίο μπορεί προκαλέσει κοινωνικούς «κρότους» και να επηρεάσει πρόσωπα και καταστάσεις, ακόμα και σε πολιτικό επίπεδο.

Μολαταύτα το Dogs of Berlin είναι πολύ περισσότερα πράγματα από μία - ποδοσφαιρικής έμπνευσης – απλή τηλεοπτική σαπουνόπερα.

Τι θα μπορούσε να συμβεί στην γερμανική κοινωνία και στις γερμανικές αρχές, εάν το αστέρι της εθνικής ποδοσφαίρου (είναι γνωστή η μανία των Γερμανών με την εθνική τους ομάδα) που τυχαίνει να είναι και τουρκικής καταγωγής, δολοφονούταν μία ακριβώς ημέρα πριν τον προγραμματισμένο ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ της Γερμανίας και της Τουρκίας; Ρατσιστικό έγκλημα ή κάποιοι εύθικτοι ανατολίτες πήραν βαρέως την «προδοσία» του, να διαλέξει την εθνική ομάδα της Γερμανίας και όχι της «μαμάς» Τουρκίας; Ή μήπως κάτι τελείως διαφορετικό και βαθύτερο;

Πόσο εύκολο είναι για έναν Γερμανό τουρκικής καταγωγής να γίνει αστυνομικός και κατά συνέπεια να ενταχθεί πλήρως στον κρατικό μηχανισμό ως «ισότιμος» και τι τον διαφοροποιεί από αυτόν που τελικά «κατρακύλησε» στην εγκληματικότητα;

Πόσο ηθικό είναι για έναν άλλο αστυνομικό - γερμανικής, αυτή την φορά, καταγωγής - να καθυστερεί και να αποπροσανατολίζει την αστυνομική έρευνα μίας ανθρωποκτονίας για να αποκομίσει χρηματικά οφέλη; Μέχρι που μπορεί να φτάσει για το χρήμα; Τι έχει να πει για αυτό ο «οργανωμένος» στους κύκλους των νεοναζί, αδερφός του; Είναι ικανός αυτός ο αστυνομικός, με αυτό το οικογενειακό υπόβαθρο, να αναλάβει την εξιχνίαση της δολοφονίας ενός Τούρκου;

Μπορούν αυτοί οι δύο αστυνομικοί τελικά να συνεργαστούν επί ίσοις όροις για ένα κοινό σκοπό; Κι αν όχι, τι πρέπει να συμβεί για να επανανοηματοδοτηθεί η συνεργασία τους;

Μπορεί ένας 15χρονος μουσουλμάνος να ξεφύγει από την κοινωνική περιθωριοποίηση ή η παραβατικότητα, με όσα αυτή συνεπάγεται, είναι η μοναδική του διέξοδος;

Μπορούν τα παιδιά και τα εγγόνια των Τούρκων (και όχι μόνο) πρώτων μεταναστών στην Γερμανία, να αυτοπροσδιοριστούν και να νιώσουν Γερμανοί και υπό ποιες προϋποθέσεις; Το θέλουν πραγματικά ή η υποβλητική δύναμη της κυρίαρχης κουλτούρας τους αναγκάζει; Κι αν τελικά νιώσουν Γερμανοί, ποια είναι η ενδεδειγμένη σχέση τους με αυτούς που αποφάσισαν να μην απολέσουν την παραδοσιακή τους κουλτούρα και εθνικότητα;

Γιατί οι γκέι μουσουλμάνοι της Γερμανίας είναι σε χειρότερη κοινωνική θέση από τους γκέι «ντόπιους»;

Ποιο είναι εκείνο το ψυχολογικό σημείο, από το οποίο και έπειτα οι «γηγενείς» μίας χώρας νιώθουν απειλή και στρέφονται στις ιδεολογίες μίσους;

Είναι τελικά όλα θέμα αποφάσεων; Ή μήπως οι αποφάσεις που παίρνουμε αντικατοπτρίζουν και επιβεβαιώνουν τα στενά περιθώρια στα οποία είμαστε αναγκασμένοι από την κοινωνική και ταξική μας θέση, να κινούμαστε;

Μπορούμε τελικά να κάνουμε «εκπτώσεις» στην ηθική μας και αν τελικά τις κάνουμε, υπάρχει δρόμος επιστροφής;

Ποια είναι η κρυφή δύναμη που ενεργοποιεί μέσα μας τις αντιστάσεις;

Το Dogs of Berlin αν και είναι μία ξεκάθαρα αστυνομική σειρά, ανοίγει πολλά μέτωπα. Και όπως κάθε σειρά που σέβεται τον εαυτό και τους θεατές της, πολεμάει ταυτόχρονα σε όλα, λες και πολεμάει σε ένα και μοναδικό. Και, ω του θαύματος, προσπαθεί να μας πείσει πως το πεδίο μάχης εν τέλει είναι ένα και ενιαίο, άσχετα εάν περιστασιακά του αρέσει να καμουφλάρεται.

Η σειρά, χωρίς φόβο και πάθος, εισάγει το πολυπληθές τουρκικό στοιχείο της Γερμανίας ως ισότιμο με το γερμανικό και αυτό ίσως είναι και το μεγαλύτερο τέχνασμα της. Όταν η θεώρηση με βάση τον κοινωνικό πραγματισμό νικάει το ρατσισμό ή την προκατάληψη, το αντικείμενο της θεώρησης μελετάται πιο εμπεριστατωμένα και έτσι αποκαλύπτονται με περισσή ευκολία, τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά του στοιχεία. Κοινώς, αποκαλύπτονται τα πραγματικά του στοιχεία.

Παράλληλα και χωρίς ούτε στιγμή να διστάσει να απεικονίσει με ρεαλισμό τα ρατσιστικά αισθήματα μιας μερίδας της γερμανικής κοινωνίας, συναναστρέφεται και τις πολλές «φυλές» που όπως φαίνεται απαρτίζουν την γερμανική αστυνομία, τις οποίες αφήνει να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους σε ένα «παιχνίδι» εξουσίας, καθήκοντος, εγωισμού, προσωπικής φιλοδοξίας μα και διαφθοράς.

Το αστυνομικό θέμα πάντα εξιτάρει. Όμως είναι πολύ μεγάλο στοίχημα το πώς θα το διαχειριστείς. Μπορείς να το διαχειριστείς όπως συνηθίζουν στην άλλη μεριά του Ατλαντικού με αποτέλεσμα να παράγουν σωρηδόν σχεδόν προπαγανδιστικές, ευκολοχώνευτες κι ανάλαφρες σειρές «serve and protect», οι οποίες το μόνο που προσφέρουν τελικά στον θεατή είναι αόριστες ηθικολογίες κι έναν ανάλαφρο ύπνο. Αντίθετα, μπορείς να το διαχειριστείς όπως υπέδειξαν οι υπέροχα προβληματισμένοι Γάλλοι συγγραφείς noir των προηγούμενων (και όχι μόνο…) δεκαετιών, χωρίς καθωσπρεπισμούς και δίνοντας έμφαση στο κοινωνικό περιεχόμενο με το οποίο μοιραία η κάθε αστυνομία, ασχολείται.

Στην περίπτωση του Dogs of Berlin, μάλλον συμβαίνει το δεύτερο, χωρίς όμως δυστυχώς να αποφεύγονται πλήρως ορισμένα κλισέ του είδους (καλός μπάτσος – κακός μπάτσος). Η noir ατμόσφαιρα δίνει την θέση της σε ένα μοντερνιστικό urban underground φόντο, διανθισμένο με γρήγορα και πολλές φορές σκοτεινά πλάνα που αφήνουν μία υποψία ταινίας του Guy Ritchie.

Η σειρά ρίχνει σοβαρά το βλέμμα της, από την μία πάνω στον κόσμο της «νύχτας» και τους ανθρώπους της και από την άλλη στην αστυνομία και τις παθογένειες της, από τη μία στο μουσουλμανικό μεταναστευτικό στοιχείο της Γερμανίας και στις προβληματικές, πολλές φορές, διαδικασίες «γερμανοποίησης» κι ενσωμάτωσης του και από την άλλη στους ναζιστικούς θύλακες από τους οποίους η Γερμανία δυστυχώς ουδέποτε μπόρεσε να απαλλαγεί, έχοντας πάντα σε τρίτο πλάνο την επικαιρότητα και το πώς αυτή μπορεί να επηρεάσει και να συντελέσει αλλαγές που κανονικά θα χρειαζόταν πολύς καιρός για να συμβούν. Όλες αυτές οι ετερόκλητες θεματολογίες, θα συνδεθούν μεταξύ τους με τον ανεξιχνίαστο φόνο του ποδοσφαιριστή της εθνικής Γερμανίας και την δράση δύο αστυνομικών για την διαλεύκανση του και σταδιακά θα εξελιχτούν σε έναν πολύπλοκο γρίφο που δείχνει να έχει προεκτάσεις σε πολλές από τις εκφάνσεις του δημόσιου βίου της χώρας.

Την ίδια στιγμή που προσπαθεί να σκιαγραφήσει την «love to hate» σχέση της Γερμανίας με την Τουρκία, μία σχέση που μπορεί μεν σε πρώτο βαθμό να προσδιορίζεται επιφανειακά από το τουρκικό μεταναστευτικό στοιχείο της Γερμανίας, αλλά σε τελική ανάλυση είναι κάτι πολύ βαθύτερο. Είναι η προσέγγιση του μουσουλμανικού τρόπου σκέψης και ζωής και η αλληλεπίδραση του με τα ευρωπαϊκά standards και ιδεώδη και κατά πόσο αυτά τα δύο μπορούν να συμβιώσουν και να συνυπάρξουν. Είναι η διαδικασία αλλά κυρίως το σημείο μέχρι το οποίο η διείσδυση του ενός κόσμου μέσα στον άλλον, μπορεί να γίνει ομαλά και χωρίς «παρατράγουδα».

Μα το βασικότερο; Είναι το ερώτημα, ποιο από τα δύο θα ηγεμονεύει στην συνύπαρξη, επιβάλλοντας τους κανόνες του και ποιο θα έπεται.

Το Dogs of Berlin, αντίθετα με πολλές άλλες ευρωπαϊκές παραγωγές, αντιμετωπίζει την πολυπολιτισμική κοινωνία ως θέσφατο κι αντί – υποκριτικά - να αναλώνεται στο να κρύψει τα εθνικά ή θρησκευτικά ετερόκλητα κοινωνικά στοιχεία, προτιμάει να ξοδέψει την φαιά ουσία του αναρωτώμενο κατά πόσο μέσα στην πολυπολιτισμική κοινωνία μπορεί ή πρέπει να υπάρξει ένας πόλος (από τους πολλούς) ο οποίος θα αφήσει περισσότερο το αποτύπωμα του στη φυσιογνωμία της, αλλά και πως θα αντιδράσουν οι υπόλοιποι, που έτσι νιώθουν πως υπονομεύονται και απειλούνται.

Επιπρόσθετα, στους ήρωες και στους αντιήρωες που πλάθει, κι αυτό ίσως να είναι και το ειλικρινέστερο του επίτευγμα, μας προκαλεί να κοιτάξουμε τι κρύβεται πίσω από την «βιτρίνα», πίσω από την κοινωνική, την επαγγελματική, την πολιτισμική ακόμα και την σεξουαλική ταυτότητα του καθενός και της καθεμιάς και να δούμε τον πρωτόλειο άνθρωπο που είτε αναγκάζεται είτε επιλέγει να κρύβεται και ψάχνει – ίσως μία αβέβαιη ή περιστασιακή – διέξοδο προς την άκρη του σπηλαίου και τον έξω κόσμο.

Μπορεί τελικά η γερμανική κοινωνία, που κατρακυλάει όλο και περισσότερο σε πολιτικές επιλογές τύπου AfD, να ελπίζει στα εκγερμανισμένα τέκνα των μεταναστών, στους δεύτερης και τρίτης γενιάς μετανάστες;

Το «πολύχρωμο» cast της σειράς, όπως είναι αναμενόμενο, αποτελείται κι από πολλούς ηθοποιούς ασιατικής και αφρικανικής καταγωγής κι αυτή του η πολυμορφία του δίνει μία ακόμη πιο μεστή ομορφιά. Σε γενικές γραμμές είναι ανδροκρατούμενο, μα εντυπωσιάζουν οι πολύ πειστικοί δεύτεροι γυναικείοι ρόλοι.

Στα πολλά θετικά της σειράς είναι και η ερμηνεία της Anna Maria Muhe, σε δεύτερο γυναικείο ρόλο, η οποία είναι πραγματικά εξαιρετική σαν περιθωριοποιημένη Γερμανίδα που θα κάνει τα πάντα (κάποιες φορές και κόντρα στο γερμανικό κράτος) για να αναθρέψει τα δύο της παιδιά, καθώς κι ο τυνησιακής καταγωγής Kais Setti, επίσης σε δεύτερο αντρικό ρόλο, που ενσαρκώνει πολύ πειστικά τον Λιβανέζο μεγαλοκακοποιό και μέλος συμμορίας διακίνησης ναρκωτικών στην οποία όμως ηγείται ο αδερφός του, ο οποίος τον έχει καταδικάσει να έρχεται πάντα δεύτερος.

Μπορεί το χιλιοπαιγμένο δίπτυχο αστυνομία – έγκλημα και η μεταξύ τους σύγκρουση τελικά να πρωτοστατεί, μα ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Christian Alvart πατάει πάνω του για να ρίξει φως σε πολύ περισσότερα πράγματα και εν τέλει να δώσει πολύ περισσότερα από μία ακόμη αστυνομική σειρά. Οι πολλές ιστορίες που εξελίσσονται παράλληλα, οι προσωπικές καταστροφές, ο φόβος για το ακόμη χειρότερο που σίγουρα υπάρχει, οι συγκρούσεις, οι ελπίδες και τα αδιέξοδα, όλα έχουν και κάτι να μας πούνε.

Παρά τα όποια προβληματάκια της, η σειρά εν τέλει είναι μία πολυεπίπεδη αστυνομική περιπέτεια δράσης με αξιοσημείωτες κοινωνιολογικές και πολιτικές προεκτάσεις, που βλέπεται απνευστί. Μπορεί μεν το αρχικό ζήτημα της δολοφονίας του ποδοσφαιριστή να εξελίσσεται αργά και βασανιστικά για να μπούνε εμβόλιμες οι παράλληλες ιστορίες και να εμπλουτιστεί το σενάριο με περισσότερα στοιχεία που μας αποσπούν από την αρχική υπόθεση, μα ότι προστίθεται, αφήνει κι ένα ωραιότατο στίγμα πίσω του.

Έτσι λοιπόν, τόσο ο βερολινέζικος υπόκοσμος όσο και η σκοτεινή πλευρά της πόλης, τελικά παίρνουν την underground αστυνομική σειρά που λογικά τους αξίζει.

Το Netflix που ξεκίνησε τις γερμανικές του «επιχειρήσεις» με επιστημονική φαντασία και το συναρπαστικό «Dark», τώρα προς μεγάλη μας ικανοποίηση επιστρατεύει το «αστυνομικό» κι εκφράζει βαθύτατους κοινωνικούς προβληματισμούς, συνεχίζοντας σε τελείως διαφορετικό μοτίβο.

 

Πολυμέσα

{jpgremote}http://brigada.gr/https://i.ytimg.com/vi/7dh93lkFKv4/maxresdefault.jpg{/jpgremote}
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Land of mine

Προσθήκη σχολίου

Παρακαλούμε, πριν δημοσιεύσετε το σχόλιό σας, έχετε υπόψιν σας τα ακόλουθα:
•Δεν επιτρέπονται τα «greeklish» (ελληνικά με λατινικούς χαρακτήρες) και η γραφή με κεφαλαία (Caps) .
• Κάθε γνώμη είναι σεβαστή, αρκεί να αποφεύγονται ύβρεις, ειρωνείες, ασυνάρτητος λόγος και προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, πολύ περισσότερο σε προσωπικό επίπεδο, εναντίον των συνομιλητών ή και των συγγραφέων, με υποτιμητικές προσφωνήσεις, ύβρεις, υπονοούμενα, απειλές, ή χυδαιολογίες.
•Μην δημοσιεύετε άσχετα, με το θέμα, σχόλια.
•Ο κάθε σχολιαστής οφείλει να διατηρεί ένα μόνο όνομα ή ψευδώνυμο, το οποίο αποτελεί και την ταυτότητά του σε κάθε συζήτηση.
Με βάση τα παραπάνω η διαχείριση διατηρεί το δικαίωμα μη δημοσίευσης σχολίων χωρίς καμία άλλη προειδοποίηση.
Προσοχή: 1. Η σελίδα λειτουργεί σε εθελοντική βάση. Τα σχόλια δημοσιεύονται το συντομότερο δυνατόν, μόλις αυτό καταστεί εφικτό.
2. Όσοι και όσες απευθύνονται στη διαχείρηση με απορίες και ερωτήσεις είναι απαραίτητο να αναγράφουν και το e-mail τους για τη δυνατότητα απάντησης.