Brigada

11 Φεβ

Επανάσταση χωρίς συμβιβασμούς

Σήμερα, καθώς αντιμετωπίζουμε ένα αυξανόμενα βάρβαρο νεοφιλελεύθερο καθεστώς, η Αριστερά πρέπει να αντλήσει έμπνευση από την ακλόνητη προσήλωση του Μπλανκί στον κοινωνικό μετασχηματισμό.

Του Doug Enaa Greene *

Μετάφραση: brigada.gr

Ο Καρλ Μαρξ αναγνώριζε τον Λουί – Ωγκύστ Μπλανκί ως «το μυαλό και έμπνευση του προλεταριακού κόμματος στη Γαλλία». Παρότι σημαντικά ξεχασμένοι σήμερα, επαναστάτες από όλο τον κόσμο έβλεπαν κάποτε αυτόν τον Γάλλο πολιτικό κρατούμενο του 19ου αιώνα ως ήρωα του επαναστατικού σοσιαλισμού. Σε αυτές τις εποχές της τόσο μεγάλης πολιτικής οπισθοχώρησης και συμβιβασμού, αξίζει να δούμε την ζωή του Μπλανκί.

Για πάνω από πενήντα χρόνια, ο Μπλανκί ενέπνευσε Γάλλους ριζοσπάστες με τους λόγους και τη γραφή του. Όσο βρισκόταν εκτός φυλακής, προκάλεσε έξι εξεγέρσεις και στάθηκε στην εμπροσθοφυλακή άμεσων μαχών μεταξύ του κράτους και των επαναστατών. Αφιέρωσε τη ζωή του στην ανατροπή του καπιταλισμού και στην θεμελίωση μιας σοσιαλιστικής δημοκρατίας. Σήμερα, καθώς αντιμετωπίζουμε ένα αυξανόμενα βάρβαρο νεοφιλελεύθερο καθεστώς, η Αριστερά πρέπει να αντλήσει έμπνευση από την ακλόνητη προσήλωση του Μπλανκί στον κοινωνικό μετασχηματισμό.

Πρώιμες πολιτικές εξεγέρσεις

Η οικογένεια του Ωγκύστ Μπλανκί είχε ήδη επιβιώσει από διάφορες πολιτικές αναταραχές πριν κιόλας αυτός γεννηθεί στις 1 Φεβρουαρίου 1805. Ο πατέρας του, Ζαν Ντομινίκ, ένας πρώην Γιρονδίνος, είχε υποφέρει κατά τη διάρκεια της «Τρομοκρατίας», αλλά είχε γίνει έπαρχος του Ναπολέοντα. Η αγαπημένη του μητέρα Σοφί είχε αφιερωθεί στο γιο της.

Η σταθερότητα της οικογένειας διακόπηκε απότομα το 1815 με την ανατροπή της Α’ Γαλλικής Αυτοκρατορίας. Η θέα ξένων στρατιωτών στο σπίτι του όξυνε τον φλογερό πατριωτισμό του Ωγκύστ.

Παρά την αλλαγή στην περιουσία τους, η οικογένεια Μπλανκί είχε ακόμα αρκετά χρήματα για να στείλει τον Ωγκύστ και τον μεγαλύτερο αδελφό του Ζερόμ-Αντόλφ (αργότερα, διάστημος οικονομολόγος) στα καλύτερα σχολεία στο Παρίσι. Ενώ σπούδαζε Νομική και Ιατρική, ο Ωγκύστ έγινε μάρτυρας της δημόσιας εκτέλεσης τεσσάρων μελών των «Καρμπονάρων», του υπόγειου κινήματος ενάντια στους Βουρβόνους. Βλέποντας τους πάνω στο ικρίωμα, ο Μπλανκί έμαθε να μισεί μια κοινωνία που θα σκότωνε τέσσερις άξιους ανθρώπους για να προστατέψει τους προνομιούχους. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, όρκισε την πίστη του στον επαναστατικό σκοπό – ήταν ένας όρκος που ποτέ δεν θα έσπαγε.

Ο Ωγκύστ εντάχθηκε στους «Καρμπονάρους» ενώ συνέχιζε τις σπουδές του, αλλά σύντομα κουράστηκε από αυτούς και άρχισε να οργανώνει φοιτητές. Το υπόγειο κίνημα δεν πλήρωνε, οπότε συμπλήρωνε το εισόδημα του, εργαζόμενος ως διδάσκοντας.

Το 1825, ερωτεύθηκε παράφορα την Αμελί-Σουζάν Σερ, μια ταλαντούχα ζωγράφο. Η συντηρητική μεσοαστική οικογένεια της αποδοκίμαζε τον νεαρό ριζοσπάστη – εντούτοις το 1834, το ζευγάρι παντρεύτηκε. Οι δυο τους παρέμειναν απόλυτα αφοσιωμένοι ο ένας στον άλλον μέχρι το θάνατο της Αμελί-Σουζάν το 1841.

Μεταξύ 1827 και 1830, ο Μπλανκί έγινε ένας αφοσιωμένος επαναστάτης. Δουλεύοντας πρωτίστως ως δημοσιογράφος, ανακάλυψε απογοητευμένος ότι πολλοί από τους συναδέλφους του δεν μπορούσαν να μετατρέψουν τα δημοκρατικά λόγια τους σε πράξη. Ο Μπλανκί άρχισε να διαπιστώνει πως η μοναρχία μόνο βίαια μπορούσε να εκδιωχθεί.

Το 1827, φοιτητικές διαδηλώσεις με το στρατό ξέσπασαν στο Παρίσι και ο Μπλανκί τραυματίστηκε σοβαρά στις μάχες. Αυτά τα γεγονότα άφησαν μια διαχρονική αντίληψη σε αυτόν: είχε παρακολουθήσει, όχι μόνο το ηρωικό πνεύμα των ανθρώπων, αλλά και τη δειλία των φιλελεύθερων.

Η Επανάσταση του Ιουλίου του 1830, η οποία εν τέλει ανέτρεψε τους Βουρβόνους, ενίσχυσε αυτό το μάθημα. Άλλη μια φορά, ο Μπλανκί έμεινε στην πρώτη γραμμή στις τρεις μεγαλειώδεις μέρες της μάχης πίσω από τα οδοφράγματα, ελπίζοντας πως οι απλοί άνθρωποι θα έβλεπαν τον θρίαμβο τους να ανταμείβεται με μια κοινωνικά δίκαιη δημοκρατία. Για άλλη μια φορά, απογοητεύτηκε: η φιλελεύθερη αστική τάξη, που δεν είχε καν συμμετάσχει στις μάχες, έκλεψε τη νίκη από το λαό.

Φοβούμενοι μια επανάληψη των Ιακωβίνων, έδωσαν το στέμμα στον Λουδοβίκο Φίλιππο. Η Επανάσταση του Ιουλίου κατάφερε μόνο να αλλάξει τον έναν μονάρχη για τον άλλον και οι ζωές των εργατών παρέμειναν, όπως πάντα, σε άθλια κατάσταση.

Ο Μπλανκί δεν θα επέτρεπε αυτή την προδοσία. Συνειδητοποίησε πως δεν ήταν αρκετό να αλλάξεις τον άνθρωπο που κάθεται στο θρόνο – ότι υποστήριζε τα αριστοκρατικά προνόμια έπρεπε να αποδομηθεί. Ζητούσε μια πραγματική Δημοκρατία, με πρόταγμα «την χειραφέτηση των εργατών… το τέλος της κυριαρχίας της εκμετάλλευσης… μια νέα τάξη πραγμάτων που θα ελευθερώσει την εργασία από την τυραννία του κεφαλαίου».

Στα οδοφράγματα

O Μπλανκί συνέχισε να οργανώνεται μαζί με την δημοκρατική αντιπολίτευση και δεν άργησε να βρεθεί σε σύγκρουση με το νόμο. Ενώπιον του δικαστηρίου το 1832, ο Μπλανκί μίλησε για την εργατική τάξη:

Κατηγορούμαι ότι είπα σε τριάντα εκατομμύρια Γάλλους, προλετάριους όπως εγώ, ότι έχουν το δικαίωμα να ζήσουν… Όσο για το ρόλο μας, είναι ήδη προδιαγεγραμμένος – ο ρόλος του κατήγορου είναι ο μόνος κατάλληλος για τους καταπιεσμένους.

Μετά από ένα χρόνο φυλάκιση, ο Μπλανκί επέστρεψε στην επαναστατική του δουλειά, οργανώνοντας δύο μυστικές εταιρείες με εκατοντάδες εργαζόμενους ως μέλη. Οι περισσότεροι δημοκρατικοί έβρισκαν τον Μπλανκί υπερβολικά ακραίο, καθώς οι οργανώσεις του ήταν διατεθειμένες να καταφύγουν στην ένοπλη βία για να κατακτήσουν την πολιτική εξουσία. Μόλις την αποκτούσαν, πίστευε ο Μπλανκί, οι επαναστάτες θα εγκαθίδρυαν μια δικτατορία με δύο στόχους: να προστατέψουν τους φτωχούς απέναντι στους πλούσιους και να παιδαγωγήσουν το λαό ως προς τις αξίες μιας νέας κοινωνίας. Λίγο αργότερα, η δικτατορία θα έδινε τη σκυτάλη στον κομμουνισμό.

Στις 12 Μαΐου 1839, μετά από αλλεπάλληλες άκυρες απόπειρες, η «Εταιρεία των Εποχών» του Μπλανκί κατέλαβε αρκετά κτίρια στο Παρίσι, πυροδοτώντας την εξέγερση τους. Για μια σύντομη στιγμή, μια νέα Δημοκρατία εμφανιζόταν στον ορίζοντα. Όμως, το σχέδιο του Μπλανκί είχε ένα μοιραίο έλλειμμα: οι μάζες δεν έπαιζαν κανέναν απολύτως ρόλο στην κατάληψη της εξουσίας. Η εξέγερση τσακίστηκε και ο Μπλανκί διέφυγε. Οι αρχές τον συνέλαβαν ένα μήνα αργότερα και καταδικάστηκε σε ισόβια φυλάκιση.

Ο Μπλανκί κρατήθηκε στο φρούριο το Μον-Σαιν-Μισέλ, όπου οι φυλακισμένοι δεν μπορούσαν να σταθούν ή να καθίσουν κανονικά, τρωκτικά γέμιζαν τα κελιά τους και οι θερμοκρασίες εκτοξεύονταν το καλοκαίρι και κατακρημνίζονταν το χειμώνα. Το Φεβρουάριο του 1841, έμαθε για το θάνατο της Αμελί-Σουζάν. Αυτός ήταν χειρότερο από τις υλικές στερήσεις της φυλακής: έμεινε ακίνητος για μέρες και σκεφτόταν να αυτοκτονήσει. Για το υπόλοιπο της ζωής του, φορούσε μαύρα γάντια σε ένδειξη πένθους.

Ο θρύλος του Μπλανκί άρχισε να μεγαλώνει και περισσότεροι άνθρωποι μάθαιναν για την ασυγχώρητη αντιμετώπιση που επεφύλασσε το Μον-Σαιν-Μισέλ στους κρατούμενους του. Μέχρι το 1844, είχε επιβαρύνει την υγεία του Μπλανκί, ο οποίος σχεδόν κείτονταν νεκρός στο κελί του. Για να αποφύγει να δημιουργήσει έναν μάρτυρα, ο Λουδοβίκος Φίλιππος του έδωσε χάρη, αλλά ο Μπλανκί περήφανα παρέμεινε στη φυλακή με τους συντρόφους του.

Το παλάτι του έδειξε επιείκεια και ο Μπλανκί ως εκ θαύματος άρχισε να αναρρώνει από την ασθένεια του. Ελευθερώθηκε τελικά το 1848, όταν η μοναρχία έπεσε και η εργατική τάξη του Παρισίου ξανά βρέθηκε στα οδοφράγματα.

Πανευτυχής, ο Μπλανκί έσπευσε προς το Παρίσι. Ήταν αποφασισμένος ότι οι εργάτες δεν θα αποστερούνταν τη νίκη τους αυτή τη φορά.

Από την Β’ Δημοκρατία στη Β’ Αυτοκρατορία

Ο Μπλανκί ζητούσε σοσιαλισμό στις συγκεντρώσεις σε όλο το Παρίσι. Ο Μαρξ τον αναγνώρισε ως σύμβολο του κομμουνισμού στη Γαλλία, δηλώνοντας: «Το προλεταριάτο συσπειρώνεται όλο και περισσότερο γύρω από τον επαναστατικό σοσιαλισμό, γύρω από τον κομμουνισμό, για τον οποίον η ίδια η αστική τάξη επινόησε το όνομα του Μπλανκί».

Όταν μέλη της άρχουσας τάξης παρευρίσκονταν στις ομιλίες του, έβλεπαν μόνο ασυγκράτητο ριζοσπαστισμό που έπρεπε να συγκρατηθεί. Ο Αλεξίς ντε Τοκβίλ είπε πως η παρουσία του Μπλανκί «τον γέμιζε με αηδία και τρόμο». Περιέγραφε τον επαναστάτη ηγέτη:

Τα μάγουλα του ήταν χλωμά και ξεθωριασμένα, τα χείλη του λευκά – έμοιαζε άρρωστος, σατανικός, κακός, με μια βρώμικη ωχρότητα και την όψη ενός σαπισμένου πτώματος… Μπορεί να ζούσε σε υπόνομο και μόλις να είχε αναδυθεί από αυτόν.

Καθώς η συντηρητική αντιπολίτευση στη Δημοκρατία κορυφωνόταν, πολλοί από τους οπαδούς του Μπλανκί κραύγαζαν για δράση. Στις 15 Μαΐου, παρά τις ενστάσεις του, μια διαμαρτυρία στη Βουλή των Αντιπροσώπων μετατράπηκε σε ένα ανοργάνωτο πραξικόπημα. Σχεδιασμένο να θεμελιώσει μια νέα ριζοσπαστική κυβέρνηση, το πραξικόπημα κατάφερε μόνο να συλληφθούν οι οργανωτές του. Η πραγματική τραγωδία ήρθε τον Ιούνιο, όταν δεκάδες χιλιάδες Παριζιάνοι εργάτες ξεσηκώθηκαν χωρίς ηγεσία ή οργάνωση. Οι εργάτες πολέμησαν ηρωικά, αλλά ο στρατός τους κατέσφαξε.

Μετά από αυτή την ήττα, ο Μπλανκί έγραψε μια «Προειδοποίηση προς το Λαό», νουθετώντας τους εργάτες να μην εμπιστεύονται όσους διστάζουν να πολεμήσουν την άρχουσα τάξη:

Ποιες ομάδες απειλούν την επανάσταση του αύριο; Οι ομάδες που διέλυσαν αυτή του χθες – το ανήθικο πλήθος των αστών που μεταμφιέζονται ως υπέρμαχοι.

Όπως ανέμενε ο Μπλανκί, οι καταστηματάρχες και έμποροι του Παρισίου δεν αγωνίστηκαν, αλλά υποχώρησαν. Υποδέχθηκαν τον Λουδοβίκο Ναπολέων, που αυτοανακυρήχθηκε Αυτοκράτορας Ναπολέων Γ’ το 1851. Η Β’ Δημοκρατία έδωσε τη θέση της στη Β’ Αυτοκρατορία και ο Μπλανκί στάλθηκε στη φυλακή για άλλα δέκα χρόνια.

Άλλη μια βασιλική αμνηστία ήρθε το 1859, αλλά η ελευθερία του Μπλανκί ήταν γλυκόπικρη και βραχύβια: η μητέρα του είχε πεθάνει το προηγούμενο έτος, η αστυνομία τον παρακολουθούσε στενά, ενώ ο αυτοκράτορας εξύφαινε νέες κατηγορίες εναντίον του.

Ένα χρόνο μετά, βρέθηκε πάλι στο δικαστήριο. Όταν ο Μπλανκί αναμετρήθηκε με τον εισαγγελέα, ανακήρυξε πως βρισκόταν ακόμα σε πόλεμο:

Εισαγγελέας: Αυτό αποδεικνύει πως παρά τα 25 χρόνια στη φυλακή, συνεχίζεις να διατηρείς τις ίδιες ιδέες;
Μπλανκί: Κάπως έτσι.
Εισαγγελέας: Όχι μόνο τις ίδιες ιδέες, αλλά και την ελπίδα ότι θα θριαμβεύσουν;
Μπλανκί: Θα το επιθυμώ μέχρι το θάνατο.

Άλλο ένα κελί στη φυλακή περίμενε τον Μπλανκί. Φοιτητές από το Καρτιέ Λατέν υποδαύλιζαν τη ριζοσπαστική αντιπολίτευση στον Ναπολέων Γ’ και αποθέωναν τον Μπλανκί, τον «Φυλακισμένο». Με αγωνία άκουγαν τις διαλέξεις του γέρου για την επανάσταση και την αθεΐα, αλλά δεν μπορούσε να ηγηθεί καμίας επανάστασης πίσω από κάγκελα. Έτσι, το 1865, οι νεαροί οπαδοί του οργάνωσαν μια απόδραση και φυγάδευσαν τον Μπλανκί πέρα από τα σύνορα με το Βέλγιο.

Η Κομμούνα

Ο Μπλανκί διαισθανόταν ότι η μέρα του ξεκαθαρίσματος πλησίαζε: οι εργάτες καλούσαν σε απεργία και η αντιπολίτευση έβρισκε τη φωνή της. Ο Ναπολέων έβλεπε επίσης τι μέλλει γενέσθαι και σε μια έσχατη προσπάθεια να σώσει την αυτοκρατορία του, κήρυξε πόλεμο ενάντια στην Πρωσία το καλοκαίρι του 1870.

Είχε έρθει η ώρα να χτυπήσουν. Στις 14 Αυγούστου 1870, οι «Μπλανκιστές» εξαπέλυσαν ένα χτύπημα στα προάστια του Παρισίου, το οποίο εκτονώθηκε μετά από μερικές σύντομες συμπλοκές. Λιγότερο από ένα μήνα αργότερα, η Πρωσία επικράτησε αποφασιστικά της Γαλλίας στη Μάχη του Σεντάν. Στις 4 Σεπτεμβρίου, η Β’ Αυτοκρατορία έφτασε σε ντροπιαστικό τέλος και ανακηρύχθηκε η Γ’ Δημοκρατία.

Επιχειρηματολογώντας υπέρ της μαζικής επιστράτευσης και του επαναστατικού καθεστώτος ως μόνης λύσης για την νίκη επί των Πρώσων, ο Μπλανκί συγκέντρωσε στήριξη για τον πόλεμο στην εφημερίδα του «Η Πατρίδα σε Κίνδυνο». Ήξερε πως η αστική τάξη της Δημοκρατίας φοβόταν την εργατική τάξη στο εσωτερικό περισσότερο από τους ξένους εισβολείς.

Στις 21 Οκτωβρίου 1870, ο Μπλανκί συμμετείχε σε άλλο ένα αποτυχημένο πραξικόπημα, ελπίζοντας να προσφέρει την ηγεσία που χρειαζόταν η Δημοκρατία απελπισμένα. Καταδικασμένος σε θάνατο, διέφυγε στο άγνωστο για άλλη μια φορά.

Εντωμεταξύ, όπως ακριβώς είχε προβλέψει, η Γαλλία υπέγραψε μια ταπεινωτική ειρηνευτική συνθήκη με την Πρωσία στις αρχές του 1871 και ετοιμαζόταν να αντιμετωπίσει τους ένοπλους εργαζόμενους στο Παρίσι. Στις 18 Μαρτίου, οι Παριζιάνοι εργάτες εγκαθίδρυσαν την Κομμούνα και ξεκίνησε ο εμφύλιος πόλεμος. Σε ένα σκληρό παιχνίδι της μοίρας, ο Μπλανκί είχε συλληφθεί την προηγούμενη μέρα και έχασε την επανάσταση στην οποία είχε αφιερώσει τη ζωή του.

Παρά τα σπουδαία κοινωνικά επιτεύγματα της Κομμούνας, στερούταν αποτελεσματικής ηγεσίας και στρατιωτικής δύναμης που θα μπορούσε να νικήσει την αντεπανάσταση. Οι οπαδοί του Μπλανκί προσπάθησαν να τον ελευθερώσουν για άλλη μια φορά, ελπίζοντας πως θα οδηγούσε τους επαναστάτες. Σε κάποιο σημείο, πρόσφεραν και τους 74 ομήρους τους σε αντάλλαγμα για αυτόν. Ο Αδόλφος Θιέρσος, πρόεδρος της Γ’ Δημοκρατίας, έξυπνα αρνήθηκε. Ο Μαρξ επεσήμανε πως ο Θιέρσος «ήξερε πως… ο Μπλανκί… θα έδινε προβάδισμα στην Κομμούνα».

Ο Μπλανκί μαράζωνε στην απομόνωση, καθώς δεκάδες χιλιάδες Κομμουνάροι σφάχτηκαν εκείνο το Μάιο.

Οι συνθήκες στη φυλακή δεν είχαν βελτιωθεί και περίμενε το θάνατο κάθε μέρα. Ο Μπλανκί άρχισε να αναρωτιέται αν όλη η ζωή του ήταν μάταιη. Το 1872, έγραψε μια εκτεταμένη πραγματεία για την αστρονομία, την «Αιωνιότητα από τα Αστέρια», προσπαθώντας εν μέρει να απαντήσει αυτό το ερώτημα. Εκεί, ισχυρίστηκε πως, παρά την απεραντοσύνη του διαστήματος και το συντριπτικό βάρος των αντικειμενικών συνθηκών, το σύμπαν, μπορούσε να υπάρξει χώρος για επαναστατική δράση.

Ακλόνητη αφοσίωση

Παρά τους σκοτεινούς καιρούς, τα γαλλικά σοσιαλιστικά και εργατικά κινήματα αναζωογονήθηκαν. Οι ριζοσπάστες απαιτούσαν αμνηστία για τους χιλιάδες Κομμουνάρους που μαράζωναν στη φυλακή και στην εξορία. Επικέντρωσαν την εκστρατεία αυτή στον Μπλανκί, το σύμβολο του φυλακισμένου επαναστάτη. Υποστηρικτές του διοργάνωναν μαζικές διαμαρτυρίες σε όλη τη χώρα και μάλιστα, ο Μπλανκί εξελέγη Αντιπρόσωπος σε εκλογές το 1879.

Η κυβέρνηση ακύρωσε τα αποτελέσματα, αλλά μπορούσε να δει την αλλαγή κλίματος. Τελικά, απελευθέρωσε τον Μπλανκί από τη φυλακή: από τότε που μετακόμισε στο Παρίσι σχεδόν 50 χρόνια πριν, ο Μπλανκί είχε περάσει 37 φυλακισμένος. Σαν να μην πέρασε μια μέρα, επέστρεψε κατευθείαν στο έργο του, μιλώντας σε συγκεντρώσεις, εκδίδοντας το «Ούτε Θεός ούτε Αφέντης» και οργανώνοντας τον επαναστατικό αγώνα.

Μετά από μια ομιλία του στο Παρίσι το Δεκέμβριο του 1880, ο Μπλανκί υπέστη έμφραγμα και κατέληξε πέντε μέρες μετά. Ένα πλήθος περίπου διακοσίων χιλιάδων ανθρώπων θρήνησε πάνω από το φέρετρο του και το ακολούθησε στο νεκροταφείο Περ Λασέζ.

Ακόμα και όσοι διαφωνούσαν με τον Μπλανκί δεν μπορούν να αρνηθούν την αφοσίωση του στο κοινωνικό μετασχηματισμό.

* Mέλος του “Kasama Project”, ανεξάρτητος ιστορικός που ζει στην ευρύτερη περιοχή της Βοστώνης και συγγραφέας του επερχόμενου βιβλίου “Specters of Communism” για τον Γάλλο κομμουνιστή Λουί-Ωγκύστ Μπλανκί.

Πηγή: jacobinmag.com

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Το Άουσβιτς απελευθερώθηκε;

Προσθήκη σχολίου

Παρακαλούμε, πριν δημοσιεύσετε το σχόλιό σας, έχετε υπόψιν σας τα ακόλουθα:
•Δεν επιτρέπονται τα «greeklish» (ελληνικά με λατινικούς χαρακτήρες) και η γραφή με κεφαλαία (Caps) .
• Κάθε γνώμη είναι σεβαστή, αρκεί να αποφεύγονται ύβρεις, ειρωνείες, ασυνάρτητος λόγος και προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, πολύ περισσότερο σε προσωπικό επίπεδο, εναντίον των συνομιλητών ή και των συγγραφέων, με υποτιμητικές προσφωνήσεις, ύβρεις, υπονοούμενα, απειλές, ή χυδαιολογίες.
•Μην δημοσιεύετε άσχετα, με το θέμα, σχόλια.
•Ο κάθε σχολιαστής οφείλει να διατηρεί ένα μόνο όνομα ή ψευδώνυμο, το οποίο αποτελεί και την ταυτότητά του σε κάθε συζήτηση.
Με βάση τα παραπάνω η διαχείριση διατηρεί το δικαίωμα μη δημοσίευσης σχολίων χωρίς καμία άλλη προειδοποίηση.
Προσοχή: 1. Η σελίδα λειτουργεί σε εθελοντική βάση. Τα σχόλια δημοσιεύονται το συντομότερο δυνατόν, μόλις αυτό καταστεί εφικτό.
2. Όσοι και όσες απευθύνονται στη διαχείρηση με απορίες και ερωτήσεις είναι απαραίτητο να αναγράφουν και το e-mail τους για τη δυνατότητα απάντησης.