Brigada

23 Φεβ

Πού πήγαν οι ελληνίδες φεμινίστριες;

Τα κορίτσια του '80 μεγάλωσαν (...) Το σίγουρο είναι ότι άφησαν ένα χνάρι σε αυτήν την τόσο παλιά και πάντα τόσο επιτακτική υπόθεση της γυναικείας χειραφέτησης. Μας κληροδότησαν μιαν ιστορία για να εγγράψουμε ως συνέχεια τη δική μας παρουσία, μας έδωσαν μια πυξίδα για να βρίσκουμε το δρόμο μας σε έναν κόσμο που παραμένει αφόρητα σεξιστικός και άνισος κι ένα διαρκές κίνητρο να επανοικειοποιηθούμε τον φεμινισμό ως ταυτοτικό στοιχείο της ύπαρξης μας.

της Μαρίας Λούκα *

Η δεκαετία του '80 ήταν η μεγάλη στιγμή του ελληνικού φεμινιστικού κινήματος. Οι γυναίκες που έδρασαν τότε άλλαξαν και τις δικές μας ζωές. Δεν τις γνωρίσαμε, αλλά συνομιλούμε μαζί τους κάθε φορά που ακούμε ένα προσβλητικό σχόλιο στο δρόμο, που λαχανιάζουμε τη νύχτα στα σκοτάδια, που μας ρωτούν αν θέλουμε παιδί στη συνέντευξη για δουλειά. Σήμερα ζούμε το τέλος της ιστορίας του φεμινισμού, ή μια νέα αρχή;

Αυτές τις ημέρες η Αθήνα αναπολεί τα 80s. Η έκθεση στην Τεχνόπολη είναι μόνο η αφορμή. Στην πραγματικότητα, η Αθήνα είχε ανάγκη μια μηχανή του χρόνου που να αντιπαραβάλει ένα παρελθόν –φασαριόζικο, ανέμελο, θολό, αγνό, χρωματιστό και από πολλές απόψεις γοητευτικά αντιφατικό και μεταιχμιακό– στο μουντό και απρόσμενα χειμωνιάτικο παρόν της. Αν μπορούσε θα το σκέπαζε κιόλας, θα το κλείδωνε κάπου και θα πέταγε το κλειδί για να μην το ξαναβρεί.

Βλέπεις, τα 80s αντιπροσωπεύουν για αρκετούς και αρκετές από εμάς σε ατομικό επίπεδο τη δεκαετία που γεννηθήκαμε ή μεγαλώσαμε και είναι αναπόφευκτα συνυφασμένα με τη μυρωδιά της παιδικής πούδρας, τα χαρούμενα παιχνίδια και τα εφηβικά σκιρτήματα. Σε συλλογικό επίπεδο αντιπροσωπεύουν κάτι πολύ περισσότερο: την βαθιά επιθυμία και την ημιτελή προσπάθεια της ελληνικής κοινωνίας, που εγκαινιάστηκε με την πτώση της χούντας, να συγκροτηθεί σε όλα τα πεδία της πιο δημοκρατικά και ελεύθερα. Ήταν η εποχή της πολιτικοποίησης και των κινημάτων. Και ήταν η μεγάλη, πρωτότυπη στη μορφή και το περιεχόμενo, μαζική, σχεδόν αποκαλυπτική στιγμή του ελληνικού φεμινιστικού κινήματος.

femoldbusrally

Ήταν οι γυναίκες που έδρασαν για τους εαυτούς τους και τις ζωές τους, αλλά βελτίωσαν μαζί και τις δικές μας ζωές. Αυτές που μάθαμε στα πανεπιστήμια και στην (περιορισμένη) ιστοριογραφία του ελληνικού φεμινισμού, αυτές για τις οποίες μας μίλησαν οι μανάδες μας, αυτές που αργότερα το life style προσπάθησε να εκμηδενίσει, αναπαριστώντας παραμορφωτικά την παρουσία τους ως καρικατούρα της «αξύριστης» και «ανέραστης» φεμινίστριας.

Για πολλές από μας, όμως, οι γυναίκες αυτές παραμένουν οι ιδεώδεις φίλες και συντρόφισσες. Αυτές που λείπουν, αλλά είναι εδώ. Αυτές που δεν γνωρίσαμε αλλά συνομιλούμε μαζί τους κάθε φορά που παρατηρούμε την έμφυλη στατιστικοποίηση της ανεργίας και της επισφάλειας, που βλέπουμε τον Τραμπ στην τηλεόραση ή ακούμε τον Πέτρο Κωστόπουλο στο ραδιόφωνο, που θυμόμαστε με οργή την ψηφοθηρική και μισογυνική διαπόμπευση των οροθετικών γυναικών. Σε όλες αυτές τις στιγμές, που ο σεξισμός και η έμφυλη ανισότητα κατακλύζουν την καθημερινότητά μας και τη δημόσια σφαίρα, νοσταλγούμε τον φεμινισμό της Μεταπολίτευσης.

Η καθυστερημένη άφιξη του φεμινισμού στην Ελλάδα

Στα τέλη της δεκαετίας του ΄60 ο δυτικός κόσμος στροβιλιζόταν από τη δυναμική που προκάλεσε ο Μάης του ΄68 και τα μεγάλα αντιπολεμικά κινήματα. Οι σουφραζέτες έδιναν μια νοητή σκυτάλη στη Σιμόν ντε Μποβουάρ που ήδη από το 1949 με το βιβλίο της «Δεύτερο Φύλο» άνοιγε ένα νέο πεδίο προβληματισμού για το γυναικείο ζήτημα. Ένα νέο ρεύμα φεμινισμού ξεπηδούσε, που δεν αρκούνταν πλέον στην αναγνώριση αστικών δικαιωμάτων αλλά αξίωνε τη συνολική απελευθέρωση των γυναικών. Η Ελλάδα τότε βρισκόταν στον γύψο. Έτσι, το δεύτερο κύμα του φεμινισμού –όπως κωδικοποιήθηκε– έφτασε σε μας με μία δεκαετία καθυστέρηση. Γρήγορα όμως έγινε το πολυτιμότερο εργαλείο για να συνειδητοποιήσουν οι γυναίκες τις συνθήκες στις οποίες ζούσαν και να παλέψουν για την ανατροπή τους.

«Θέλαμε να βγούμε στο δημόσιο χώρο», λέει η Σίσσυ Βωβού, αεικίνητη φεμινίστρια μέχρι σήμερα, ανάμεσα σε ένα βουνό από χαρτιά και κάτω από το επιβλητικό πορτρέτο της Ρόζας Λούξεμπουργκ. «Οι συνθήκες που αντιμετωπίζαμε ήταν αληθινά δύσκολες. Εγώ έφυγα στο εξωτερικό κατά τη διάρκεια της χούντας γιατί ήμουν διωκόμενη. Θυμάμαι, όμως, πριν φύγω, το μεγαλύτερό μου πρόβλημα ήταν τα χουφτώματα και οι προσβολές στο δρόμο. Μιλάμε για αισχρή κατάσταση. Ειδικά το στρίμωγμα στο λεωφορείο. Έμπαινα 15 χρονών στο λεωφορείο και το άγχος μου ήταν αυτό. Μια φορά αντέδρασα δημόσια και άρχισα να φωνάζω. Όλο το λεωφορείο έπεσε πάνω μου και μου έκανε παρατηρήσεις ότι δεν έχω τρόπους και είμαι ανάγωγη. Πήρα μία καρφίτσα μετά, την έβαλα στο γιακά μου κι όποτε με πλησίαζε κανείς, τη γύριζα και τον τρυπούσε. Πήγα στην Αγγλία κι ένιωσα άνθρωπος. Όταν γύρισα, το φαινόμενο είχε καλμάρει. Και πάλι όμως, ο άνδρας ήταν ο αφέντης της οικογένειας. Στα δύσκολα ζητήματα, αν για παράδειγμα η κόρη του είχε σχέση σε νεαρή ηλικία, παρενέβαινε ασκώντας επιβολή ή και βία. Το διαζύγιο νοούνταν ως αμαρτία. Οι γυναίκες εγκλωβίζονταν σε γάμους που δεν τις ικανοποιούσαν. Ο βιασμός πριν το 1982 θεωρούνταν έγκλημα κατά των ηθών και πολύ δύσκολα θα μίλαγε ένα θύμα. Αν μια γυναίκα μιλούσε ήταν δακτυλοδεικτούμενη. Οι αμβλώσεις απαγορεύονταν. Γίνονταν παράνομα από γιατρούς με αδρή αμοιβή. Αν μια γυναίκα δεν είχε λεφτά, έκανε μόνη της έκτρωση με βελόνες και ματζούνια επιβαρύνοντας την υγεία της», λέει η κα Βωβού, σκιαγραφώντας το περίγραμμα μιας βαθιά σεμνότυφης και συντηρητικής εποχής, που αποτέλεσε το έδαφος για να αναδυθεί ο μεταπολιτευτικός φεμινισμός.

Νέοι δρόμοι σε παλιά μονοπάτια

Αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά ιστορικά που ανιχνεύεται η γυναικεία διεκδίκηση στο ελληνικό κράτος. Υπάρχει ένας μικρός αλλά σαφής χώρος γυναικών ήδη από το 1888, με δεσπόζουσα φυσιογνωμία την Καλλιρόη Παρρέν και βασικό μέσο έκφρασης το έντυπό της «Η Εφημερίς των Κυριών», που προβάλλει το αίτημα της εκπαίδευσης και στηρίζεται στις αρχές της παράδοσης και της φιλανθρωπίας. Το 1920 ιδρύεται ο Σύνδεσμος για τα Δικαιώματα της Γυναίκας και σταδιακά σχηματοποιείται ο μεσοπολεμικός φιλελεύθερος φεμινισμός, που επιδιώκει τη βελτίωση της θέσης της γυναίκας με την επίκληση των φιλελεύθερων αστικών αρχών της ισονομίας. Τα πρώτα αποτελέσματα είναι ορατά με τη θεσμοθέτηση το 1929 της υποχρεωτικής φοίτησης των κοριτσιών στα σχολεία και το 1952 του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. (Είχε προηγηθεί το 1930 η απόδοση του δικαιώματος του εκλέγειν μόνο στις εγγράμματες γυναίκες άνω των 30 ετών στις δημοτικές εκλογές. Επίσης το 1944 ψήφισαν για πρώτη φορά οι γυναίκες της Αντίστασης για την ανάδειξη Εθνικού Συμβουλίου στην Ελεύθερη Ελλάδα).

Ωστόσο, αυτό το κίνημα εκδηλώθηκε κυρίως από τις γυναίκες της αστικής ή μεσοαστικής τάξης, περιορίστηκε κατά βάση στην Αθήνα και δεν άγγιξε τον πυρήνα της έμφυλης αντίθεσης. Αυτό που συνέβη μετά την πτώση της δικτατορίας, από τα τέλη της δεκαετίας του ΄70 έως τα τέλη της δεκαετίας του ΄80, ήταν κάτι ριζικά διαφορετικό και πηγαία ανατρεπτικό.

«Η προβληματική και τα αιτήματα του προηγούμενου κύματος βασίζονταν στην ισονομία και την κοινή ανθρώπινη υπόσταση. Το (δικό μας) κίνημα για την απελευθέρωση των γυναικών –έτσι το λέγαμε τότε, μετά ονομάστηκε φεμινιστικό– έλεγε ότι υπάρχει ένα σύστημα ανάμεσα στα δύο φύλα που καθιστά τους άνδρες κυρίαρχους και τις γυναίκες κατώτερες. Στηρίζεται και αναπαράγεται με βάση την επίκληση της βιολογικής διαφοράς και διαπερνά όλες τις εκφάνσεις της ζωής. Ο στόχος μας, λοιπόν, ήταν η ανατροπή αυτού του συστήματος, η ανατροπή της πατριαρχίας. Είναι νομίζω σαφής η διαφορά των δύο περιόδων. Όταν πρωτοεκδηλώθηκε το κίνημα, δεν υπήρχε αναφορά στο παρελθόν. Αυτό έγινε στην πορεία, γιατί αναδομώντας ένα παρελθόν δίνεις βάθος και υπόσταση στην κίνησή σου», υποστηρίζει η Εφη Αβδελά, καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας στο πανεπιστήμιο Κρήτης και ενεργό μέλος τότε του φεμινιστικού κινήματος.

Οι γυναίκες που σπούδαζαν, που είχαν φύγει στο εξωτερικό και επέστρεφαν, που ήξεραν ξένες γλώσσες και μπορούσαν εύκολα να μελετήσουν τις διεθνείς τάσεις, άρχισαν να συζητούν για τα κοινά τους προβλήματα, να μελετούν την ιστορία τους, να μεταφράζουν τα κείμενα ξένων φεμινιστριών, να δυσανασχετούν με τη νομοτέλεια ενός αθόρυβου νοικοκυριού και με τη μονοδιάστατη σημασιοδότηση του σώματός τους ως μηχανής αναπαραγωγής, να αμφισβητούν την εγκατεστημένη έμφυλη ανισότητα και τον διαχωρισμό ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας. «Το προσωπικό είναι πολιτικό», διατράνωναν. Αυτό το σύνθημα, που πρωτοεμφανίστηκε ως τίτλος ενός κειμένου της Carol Hanisch στην ανθολογία “Notes from the second year: Women's Liberation, σφράγισε το ριζοσπαστικό φεμινισμό αναδεικνύοντας ότι δεν υπήρχε τόπος της υποκειμενικότητας που να μην διέπεται από τις έμφυλες σχέσεις εξουσίας και καταπίεσης. Γενικότερα, όμως, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα –ως συνέχεια των αγώνων για την πτώση της χούντας– ευνοούσε τη συλλογική συζήτηση και διεκδίκηση.

Η ίδρυση των γυναικείων ομάδων

Σε αυτό το πλαίσιο επανιδρύθηκε το 1974 ο Σύνδεσμος για τα Δικαιώματα της Γυναίκας, με πρόεδρο την Αλίκη Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου, ενώ συγκροτήθηκαν γυναικεία τμήματα εντός των πολιτικών κομμάτων με σκοπό την παρέμβαση στον γυναικείο πληθυσμό. Το 1974 ιδρύθηκε επίσης η Κίνηση Δημοκρατικών Γυναικών με πρόεδρο την Ηρώ Λάμπρου και επιφανή μέλη, μεταξύ των οποίων η Αμαλία Φλέμινγκ και η Μελίνα Μερκούρη. Η Κίνηση ήταν κοντά στο ΚΚΕ εσωτερικού, αλλά μετά το 1978 εμφάνισε σημάδια μεγάλης αυτονόμησης και ριζοσπαστικοποίησης. Το 1976 ιδρύεται η Ομοσπονδία Γυναικών Ελλάδος, που διάκειται θετικά προς το ΚΚΕ και απαριθμεί σταδιακά 45 οργανώσεις σε όλην την Ελλάδα. Την ίδια χρονιά ιδρύεται η Ένωση Γυναικών Ελλάδας (ΕΓΕ) ως γυναικείος βραχίονας του ΠΑΣΟΚ, με πρόεδρο τη Μαργαρίτα Παπανδρέου. Τη δεκαετία του ΄80 η ΕΓΕ εξελίσσεται σε πολύ μαζική οργάνωση, με πάνω από 10.000 μέλη.

Ωστόσο, αυτό που θα χαρακτηρίσει τον φεμινισμό της εποχής είναι το αυτόνομο γυναικείο κίνημα, ένα μωσαϊκό από πολλές αυτόνομες γυναικείες ομάδες, απαγκιστρωμένες από την επιρροή των μεγάλων πολιτικών κομμάτων και συγκροτημένες στα πρότυπα του δυτικού φεμινιστικού μοντέλου. Η πρώτη έκφανση του αυτόνομου γυναικείου κινήματος ήταν η Κίνηση για την Απελευθέρωση της Γυναίκας το 1975. Από το 1979 και σε όλη τη δεκαετία του ΄80 ξεπηδούσαν ομάδες σε πανεπιστήμια, γειτονιές, εργασιακούς χώρους.

«Η αυτονομία ήταν σημαντικό και όχι τυχαίο χαρακτηριστικό. Είχε ένα θεωρητικό υπόβαθρο από πίσω: ότι η συνειδητοποίηση του συστήματος καταπίεσης γίνεται με το να κάτσουμε εμείς οι γυναίκες μεταξύ μας να μιλήσουμε και να κατανοήσουμε ότι πιο πολλά μοιραζόμαστε, παρά μας χωρίζουν. Κι αυτή ήταν μια πολιτική διαδικασία. Δεν είχαμε στο μυαλό μας να κατηχήσουμε τις γυναίκες, να πάμε σε αυτές που δεν ξέρουν, να τους τα πούμε. Αυτό ήταν εντελώς έξω από τη λογική μας. Στόχος ήταν η αυτοσυνείδηση. Υπήρχαν, βέβαια, διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό του φεμινιστικού κινήματος. Κάποιες γυναίκες ζητούσαν τη διπλή ένταξη σε μιαν ομάδα και σε ένα κόμμα, κάποιες ασπάζονταν τον σοσιαλιστικό φεμινισμό, κάποιες τον ριζοσπαστικό φεμινισμό, κάποιες στη συνέχεια τάχθηκαν υπέρ ενός ροζ φεμινισμού. Εγώ ήμουν ενταγμένη στον Ρήγα Φεραίο κι έφυγα, γιατί διαπίστωσα ότι ως φεμινίστρια δεν είχα καμία θέση εκεί. Συμμετείχα σε γυναικείες ομάδες που έβγαζαν περιοδικά, στην αρχή τη Σκούπα και μετά τη Δίνη. Κι αυτό από μόνο του τότε ήταν ακτιβισμός. Εμείς φτιάχναμε τη Σκούπα μόνες μας, από την αρχή μέχρι το τέλος, με τα χέρια μας», εξηγεί η Έφη Αβδελά.

Ναι, εκείνην την εποχή στα περίπτερα και τα βιβλιοπωλεία της χώρας δεν έβλεπες γυαλιστερά εξώφυλλα με ηδονοβλεπτικές και εμπορευματικοποιημένες απεικονίσεις του γυναικείου σώματος. Έβρισκες τίτλους όπως η Σκούπα για το γυναικείο ζήτημα, η Κατίνα, η Δίνη. Περιοδικά γραμμένα και στημένα από γυναίκες, που μιλούσαν για τη γυναικεία σεξουαλικότητα, για την ενδοοικογενειακή βία, για την αντισύλληψη, για όλα αυτά που μέχρι τότε παρέμεναν αθέατα πίσω από τις “καθαγιασμένες” πόρτες του οικογενειακού θεσμού.

Στην πόλη γινόταν φασαρία, υπήρχε μια δημιουργική αναταραχή. Οι τοίχοι διαλαλούσαν «Δεν είμαι του πατρός μου, δεν είμαι του ανδρός μου, είμαι ο εαυτός μου» και «Ίδια είναι τα αρσενικά, δεξιά κι αριστερά». Ένα συλλογικό υποκείμενο, που βρισκόταν πάντα στην παραγκωνισμένη πλευρά της ιστορίας, ξύπναγε και έψαχνε τον χώρο του. Οι φεμινιστικές ομάδες οργάνωναν συγκεντρώσεις ενάντια στα Καλλιστεία, διαδήλωναν για το δικαίωμά τους στη νύχτα, έκαναν καμπάνιες ενάντια στη βία, ζητούσαν επιτακτικά την αλλαγή του αναχρονιστικού οικογενειακού δικαίου.

femspeakerphone

«Ακόμα και οι γυναίκες λεσβίες είχαν διαχωριστεί από τους άνδρες ομοφυλόφιλους»

Η Ρούλα Σκούταρη, εκπαιδευτικός σήμερα, την τετραετία 1982-1986 δραστηριοποιήθηκε στην Ομάδα Γυναικών Παντείου. Τη συνάντησα στο σπίτι που ζει μαζί με τη σύντροφό της Ειρήνη Πετροπούλου και τον πελώριο γάτο τους. «Μόνο γυναίκες;», τη ρώτησα. «Μόνο γυναίκες. Αποκλειστικά γυναίκες», απάντησε. «Το στοιχείο του σεπαρατισμού ήταν έντονο. Ακόμα και οι γυναίκες λεσβίες είχαν διαχωριστεί από τους άνδρες ομοφυλόφιλους. Βγάζανε ένα δικό τους περιοδικό, τη Λάβρυ. Ήταν πολιτική στάση. Θέλαμε να αγωνιστούμε μόνες μας. Οι άνδρες δεν μπορούν να αντιληφθούν τα βαθύτερα ζητήματα των γυναικών», προσθέτει.

Η κα Σκουτάρη θυμάται με γλυκιά νοσταλγία τη λειτουργία των βιβλιοπωλείων φεμινιστικού προσανατολισμού: «Υπήρχε το Βιβλιοπωλείο των Γυναικών και το Βιβλιοπωλείο Σελάνα της Ελένης Παμπούκη. Έπαιξαν σπουδαίο ρόλο. Βοήθησαν εμάς τις νεότερες να συνειδητοποιηθούμε. Μας πρότειναν βιβλία, οργάνωναν συζητήσεις και εκδηλώσεις. Είχα πάρει μέρος σχεδόν σε όλες τις συζητήσεις. Υπήρχε ωραίο κλίμα, ζεστασιά, μπορούσες να ρωτήσεις, να πεις την άποψή σου. Είχαμε ανάγκη να μιλήσουμε και να ακούσουμε άλλες γυναίκες. Αποκτήσαμε γνώση και αυτοπεποίθηση. Ο πρώτος μας στόχος ήταν η αλλαγή του οικογενειακού δικαίου, που έδινε απόλυτες εξουσίες στον άνδρα του σπιτιού. Εγώ θυμάμαι ότι όταν ήμουν μαθήτρια, η μητέρα μου για να πάρει τους βαθμούς μου χωρίς να συνοδεύεται από τον πατέρα μου έπρεπε να τσακωθεί», λέει.

Την τριετία 1979-1982 υπάρχουν πολλές κινητοποιήσεις των γυναικείων τμημάτων και των φεμινιστικών οργανώσεων, με αίτημα την αλλαγή του οικογενειακού δικαίου. Προβάλλεται τόσο η ανάγκη θεσμικής άρσης της ανισότητας, όσο και ο ρόλος του σπιτιού ως κατεξοχήν πεδίου που ασκείται η ανδρική κυριαρχία. Η συγκέντρωση στις 8 Μαρτίου του 1980 πολλών νέων γυναικών με ομπρέλες στα Προπύλαια είναι από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές του κινήματος.

Τελικά, το 1983 η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ προχωρά στην αναμόρφωση Με τον νόμο 1329/83του οικογενειακού δικαίου. Η έννοια της πατριαρχικής οικογένειας αντικαθίσταται με την οικογένεια της ισότητας, ο θεσμός της προίκας καταργείται, θεσμοθετείται το συναινετικό διαζύγιο και γενικά εκσυγχρονίζονται οι διατάξεις διαζυγίου, ορίζεται η δυνατότητας αξίωσης των συζύγων στην περιουσία που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου, προβλέπεται ότι η γυναίκα διατηρεί το επώνυμό της και μετά τον γάμο. Αυτές οι αλλαγές σε έναν βαθμό υπαγορεύτηκαν από την αναγκαιότητα να εναρμονιστεί η χώρα με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά πρότυπα, αλλά δεν θα δρομολογούνταν με τους ίδιους ρυθμούς και την ίδια ένταση, αν δεν υπήρχε η ισχυρή γυναικεία δραστηριότητα. Η αναμόρφωση του οικογενειακού δικαίου ήταν, επί της ουσίας, η πρώτη μεγάλη και απτή νίκη του φεμινιστικού κινήματος.

femphotokokkos

Αγώνας για τον έλεγχο του γυναικείου σώματος

Ωστόσο, τα προβλήματα δεν τελείωσαν για τις γυναίκες. Ποτέ δεν τελειώνουν άλλωστε τα προβλήματα για τις γυναίκες. Η δεκαετία του ΄80 ήταν μια περίοδος ανείπωτης και σφοδρής βίας ενάντια στις γυναίκες, κατά την οποίαν έδρασαν μια σειρά από διαβόητοι «δράκοι» –μια κωδικοποίηση που συσκοτίζει την έμφυλη παράμετρο της βίας– όπως ο Κυριάκος Παπαχρόνης και ο Σπύρος Μπέσκος, σκορπώντας τον θάνατο σε μια σειρά από γυναίκες και τον τρόμο σε πολύ περισσότερες. Οι γυναίκες διαδήλωναν για να υπερασπιστούν το δικαίωμά τους να κυκλοφορούν στους δρόμους χωρίς να φοβούνται και να κινδυνεύουν, έδειχναν έμπρακτη αλληλεγγύη στα θύματα βίας και βιασμού, πάλευαν ενάντια στον στιγματισμό του θύματος, ζητούσαν την αυστηροποίηση της νομοθεσίας και αποδομούσαν με τον λόγο τους τη βολική ρητορική του «μεμονωμένου περιστατικού» ή την πάντα προσφιλή ψυχιατρικοποίηση που επεδίωκαν οι δράστες.

Ένα ζήτημα που επίσης συσπείρωνε το φεμινιστικό κίνημα και αναδείχθηκε σε βασική στρατηγική για ορισμένα χρόνια ήταν η άμβλωση και η αντισύλληψη. Έγιναν πολλές δράσεις, με κορύφωση την καμπάνια συλλογής υπογραφών, όταν πάνω από 500 γυναίκες υπέγραψαν δηλώνοντας ότι είχαν κάνει έκτρωση. Κάποιες από αυτές συνελήφθησαν, αλλά ήταν τόσο μεγάλη η πίεση, που αφέθηκαν γρήγορα ελεύθερες. Οι γυναίκες διαδήλωναν με σύνθημα «Έξω οι νόμοι από το κορμί μας», απέναντι σε μια χούφτα θρησκευτικές και παραθρησκευτικές οργανώσεις που υπερασπίζονταν την προσκόλληση στον Μεσαίωνα.

Η Ευτυχία Λεοντίδου, εργαζόμενη γυναικολόγος τότε, που συμμετείχε στην Αυτόνομη Κίνηση Γυναικών, αναβιώνει μέσα από τις διηγήσεις της εκείνες τις μέρες που το γυναικείο σώμα πάλεψε για να ξεφύγει από τον έλεγχο του κράτους, της Εκκλησίας, του άνδρα: «Οι αμβλώσεις, παρότι παράνομες, γίνονταν σε ιδιώτη γιατρό με αμοιβή. Το θέμα, όμως δεν ήταν μόνο να το κάνεις, αλλά και να το λες. Εμείς θέλαμε η άμβλωση να γίνεται νόμιμα και δωρεάν, χωρίς προϋποθέσεις ψυχιατρικής γνωμάτευσης, άδειας συζύγου ή γονέων. Ήταν ένα ζήτημα αλληλένδετο με τη σεξουαλικότητα, που εδραζόταν στην αυτοδιάθεση του σώματος. Η γυναίκα είχε δικαίωμα στη σεξουαλική απόλαυση, είχε δικαίωμα να μην γίνει μητέρα μετά τη σεξουαλική πράξη. Εμείς κατορθώσαμε να πολιτικοποιήσουμε το ζήτημα και το 1986 ήρθε ο νόμος για την αποποινικοποίηση των αμβλώσεων».

Η Ευτυχία Λεοντίδου κομίζει και άλλη μία εμπειρία από τον φεμινισμό των ΄80s, που δείχνει το ρηξικέλευθο παρότι διαφωτιστικό και χρηστικό πνεύμα της εποχής. Είναι οι ομάδες αυτογνωσίας και αυτοεξέτασης, ένα πρωτοποριακό πείραμα που αναπτύχθηκε για να γνωρίσουν οι γυναίκες το σώμα τους. «Είχα πάει σ’ ένα συνέδριο για τα αναπαραγωγικά δικαιώματα στην Ολλανδία. Εκεί, μια κοπέλα δίδασκε αυτοεξέταση. Όταν γύρισα στην Ελλάδα ενημέρωσα ότι είχα διδαχτεί αυτές τις πρακτικές και υπήρξε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Έτσι φτιάχτηκε η πρώτη ομάδα, μετά η δεύτερη, η τρίτη κ.λπ. Ο στόχος ήταν οι γυναίκες να μάθουν το σώμα τους, να συζητήσουν για το πώς βιώνουν αυτό το σώμα, να μάθουν να αυτοεξετάζονται στον μαστό και τα γεννητικά όργανα, να ξέρουν τι θα ζητούν από τον γιατρό, να μην αισθάνονται αδαείς και εκμηδενισμένες απέναντι σε κάποιον που ξέρει τα πάντα για το σώμα τους που αυτές δεν ξέρουν. Ξέρετε, οι γυναίκες έχουν πολλά γεγονότα στη βιολογία τους που είναι ιατρικοποιημένα, χωρίς να χρειάζεται να είναι. Η εμμηνόπαυση δεν είναι πάθηση, η περίοδος δεν είναι πάθηση. Αυτά προσπαθούσαμε να ξεπεράσουμε. Οι γυναίκες που συμμετείχαν άλλαξαν. Σταμάτησαν να αισθάνονται ντροπή για το σώμα τους, ανακάλυπταν την ξεχωριστή ομορφιά του, έξω από τις επιταγές της μόδας», σημειώνει η κα Λεοντίδου.

fem80s

Οι ομάδες αυτές, πέρα από όλα τα άλλα, είχαν έναν χαρακτήρα αποκαλυπτικό και αναγεννησιακό. Οι γυναίκες που εντάχθηκαν σε αυτές έμαθαν πράγματα για τον εαυτό τους, δημιούργησαν μια δική τους αφήγηση απαλλαγμένη από το πατριαρχικό βλέμμα, απέκτησαν αυτοπεποίθηση που καθρεφτιζόταν ταυτόχρονα στην ιδιωτική τους ζωή και τη συλλογική τους εξωστρέφεια. Μέσα από μια τέτοια διαδικασία διαμορφώθηκε ένα αυθεντικό πρόπλασμα γυναικείου κοινοτισμού χωρίς ιεραρχήσεις και καταναγκασμούς, σφυρηλατήθηκαν σχέσεις εμπιστοσύνης και αλληλεγγύης που υπερέβαιναν τον χρόνο ζωής της κάθε ομάδας, σχέσεις που ενδεχομένως επιβίωσαν και αργότερα.

Τα δύσκολα χρόνια της βασανιστικής νηνεμίας

Σταδιακά, προς τα τέλη της δεκαετίας του ΄80, το φεμινιστικό κίνημα άρχισε να μαραζώνει. Οι γυναικείες ομάδες απομαζικοποιήθηκαν, τα βιβλιοπωλεία έκλεισαν, όπως επίσης το Σπίτι και το Καφενείο των Γυναικών, οι εκδόσεις σταμάτησαν, οι κινητοποιήσεις αραίωσαν. Καμία δεν ξέρει ακριβώς γιατί και πώς έγινε αυτό. Κάποιες γυναίκες θεώρησαν ότι με την ψήφιση μιας πιο προοδευτικής νομοθεσίας είχαν επιτευχθεί οι υλικοί στόχοι του κινήματος, κάποιες ενδεχομένως στράφηκαν σε μορφές κρατικού-θεσμικού φεμινισμού, κάποιες ακολούθησαν ακαδημαϊκή καριέρα φέρνοντας έναν φεμινιστικό αέρα στα αμφιθέατρα, κάποιες απλά μεγάλωσαν. Ούτως ή άλλως ο φεμινισμός βρισκόταν σε ύφεση σε όλη τη Δύση. Η δεκαετία του ΄90 έφερε τα πάνω-κάτω. Ενσωμάτωσε και αποριζοσπαστικοποίησε τα κινήματα των προηγούμενων ετών, εγκαινίασε μιαν εποχή ξέφρενου καταναλωτισμού και ανήγαγε το life style σε ρυθμιστή της δημόσιας σφαίρας. Οι θεσμικές κατοχυρώσεις παρέμειναν, αλλά το γυναικείο σώμα που το ΄80 ήταν αφετηρία χειραφέτησης, το ΄90 φυσικοποιήθηκε και αντικειμενοποιήθηκε. Έγινε το συμβολικό λάφυρο του life style.

«Εγώ είμαι από αυτές που λένε ότι υπάρχουν ορατές βελτιώσεις, ότι ο αγώνας μας δεν πήγε χαμένος, έχει πιάσει τόπο», λέει η Σίσσυ Βωβού. «Δεν πετύχαμε όλα αυτά που θέλαμε. Επίσης, υπάρχουν και αντεπιθέσεις. Αυτό που γίνεται σήμερα με τον Τραμπ είναι να τρελαίνεσαι. Προέκυψαν καινούργια προβλήματα, π.χ. το τράφικινγκ, που ξεκίνησε με μεγάλη ένταση στις αρχές του ΄90 με τα πρώτα μεταναστευτικά κύματα. Είναι κομβικό ζήτημα. Άλλαξε πολύ τη συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας ως προς την αξία της γυναίκας, ειδικά στα χωριά, όπου υπήρχαν οι πιο άγριες μέθοδοι σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Οι άνδρες θεώρησαν ότι αυτές οι γυναίκες δεν άξιζαν τίποτα και τις χρησιμοποίησαν ως σεξουαλικά αντικείμενα και οι γυναίκες στράφηκαν ενάντια στα ίδια τα θύματα. Έπειτα, οι γυναίκες εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και της εργασιακής ανασφάλειας και να θέλουν, δεν μπορούν να γίνουν μητέρες. Τα κόμματα δεν έχουν αποδεχτεί την ισότητα με πρακτικούς τρόπους. Στις θέσεις ευθύνης κυριαρχούν ακόμα οι άνδρες», προσθέτει η κα Βωβού.

Προς έναν νέο φεμινισμό;

Ο κύκλος του μεταπολιτευτικού φεμινισμού έχει κλείσει με νίκες και απωθημένα. Παλιά προβλήματα δεν λύθηκαν ποτέ, καινούργια εμφανίστηκαν. Η ιστορία, όμως, του φεμινισμού δεν τελειώνει. Το τρίτο κύμα του, στην άνυδρη και αποστεωμένη ιδεολογικά δεκαετία του ΄90, φύσηξε μια νέα πνοή, μετατοπίζοντας και καθολικοποιώντας τον προβληματισμό από τις γυναίκες στο φύλο και διαπλέκοντας το φύλο με άλλες διαστάσεις, όπως η φυλή και η τάξη. Σε αυτό το θεωρητικό έδαφος ζωντάνεψαν το κίνημα των μαύρων γυναικών, τα riot girls, ένα ισχυρό lgbtqi κίνημα, διακηρύσσοντας τη ρευστότητα της σεξουαλικότητας και την πολλαπλότητα των έμφυλων ρόλων.

Ωστόσο, οι γυναίκες δεν ανέκτησαν ακόμα τη δυναμική ενός νέου μαζικού φεμινισμού στην πράξη. Η πρόσφατη μεγαλειώδης πορεία γυναικών δημιούργησε προσδοκίες μιας νέας ανάτασης, τώρα που οι επίδοξοι ρεβανσιστές των φεμινιστικών κατοχυρώσεων είναι έτοιμοι να φορέσουν το πιο αποκρουστικό τους χαμόγελο και να ξεχαρβαλώσουν το ρολόι της προόδου.

Τα κορίτσια του '80 μεγάλωσαν. Κάποιες παρακολουθούν με ζωηρό ενδιαφέρον αυτές τις εξελίξεις, κάποιες με σκεπτικισμό. Κάποιες είναι καταχωνιασμένες στα αρχεία τους και γράφουν την ιστορία που έφτιαξαν, κάποιες τριγυρνούν με την ίδια και απαράλλακτη ενέργεια στις σύγχρονες δειλές προσπάθειες ανασυγκρότησης ενός φεμινιστικού χώρου στην Ελλάδα. Το σίγουρο είναι ότι άφησαν ένα χνάρι σε αυτήν την τόσο παλιά και πάντα τόσο επιτακτική υπόθεση της γυναικείας χειραφέτησης. Μας κληροδότησαν μιαν ιστορία για να εγγράψουμε ως συνέχεια τη δική μας παρουσία, μας έδωσαν μια πυξίδα για να βρίσκουμε το δρόμο μας σε έναν κόσμο που παραμένει αφόρητα σεξιστικός και άνισος κι ένα διαρκές κίνητρο να επανοικειοποιηθούμε τον φεμινισμό ως ταυτοτικό στοιχείο της ύπαρξης μας.

*Το ιστορικό υλικό του θέματος αντλήθηκε από τα προσωπικά αρχεία της Σίσσυς Βωβού, της Ευτυχίας Λεοντίδου και της Ρούλας Σκούταρη.

Πηγή: insidestory.gr

Προσθήκη σχολίου

Παρακαλούμε, πριν δημοσιεύσετε το σχόλιό σας, έχετε υπόψιν σας τα ακόλουθα:
•Δεν επιτρέπονται τα «greeklish» (ελληνικά με λατινικούς χαρακτήρες) και η γραφή με κεφαλαία (Caps) .
• Κάθε γνώμη είναι σεβαστή, αρκεί να αποφεύγονται ύβρεις, ειρωνείες, ασυνάρτητος λόγος και προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, πολύ περισσότερο σε προσωπικό επίπεδο, εναντίον των συνομιλητών ή και των συγγραφέων, με υποτιμητικές προσφωνήσεις, ύβρεις, υπονοούμενα, απειλές, ή χυδαιολογίες.
•Μην δημοσιεύετε άσχετα, με το θέμα, σχόλια.
•Ο κάθε σχολιαστής οφείλει να διατηρεί ένα μόνο όνομα ή ψευδώνυμο, το οποίο αποτελεί και την ταυτότητά του σε κάθε συζήτηση.
Με βάση τα παραπάνω η διαχείριση διατηρεί το δικαίωμα μη δημοσίευσης σχολίων χωρίς καμία άλλη προειδοποίηση.
Προσοχή: 1. Η σελίδα λειτουργεί σε εθελοντική βάση. Τα σχόλια δημοσιεύονται το συντομότερο δυνατόν, μόλις αυτό καταστεί εφικτό.
2. Όσοι και όσες απευθύνονται στη διαχείρηση με απορίες και ερωτήσεις είναι απαραίτητο να αναγράφουν και το e-mail τους για τη δυνατότητα απάντησης.