Brigada

05 Φεβ

Περί ονοματολογίας: Υπάρχει μία Αλήθεια που αξίζει να υπερασπιστούμε;

Η ιστορική και εθνογραφική προσέγγιση του Μακεδονικού θα μπορούσε να αποτυπωθεί σε βιβλίο. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει αυτό να αποτελέσει κύριο μέλημα της Αριστεράς. Αξίζει να γνωρίζουμε κάποια βασικά σημεία, έτσι ώστε να έχει βάση τόσο η δική μας επιχειρηματολογία, όσο και η κριτική που ασκείται στις άλλες απόψεις.

Συλλογικό κείμενο μελών του Αριστερού Ρεύματος και της Λαϊκής Ενότητας

Η ιστορική και εθνογραφική προσέγγιση του Μακεδονικού θα μπορούσε να αποτυπωθεί σε βιβλίο. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει αυτό να αποτελέσει κύριο μέλημα της Αριστεράς. Αξίζει να γνωρίζουμε κάποια βασικά σημεία, έτσι ώστε να έχει βάση τόσο η δική μας επιχειρηματολογία, όσο και η κριτική που ασκείται στις άλλες απόψεις.

Η ιστορία του έθνους κράτους είναι σχετικά πρόσφατη. Η ανάδειξη του έθνους κράτους ως έννοια και οντότητα, μετά τη Γαλλική Επανάστασης το 1789, έγινε παράλληλα με την ανάπτυξη του καπιταλισμού και τη διαμόρφωση των αστικών κρατών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συγκρότηση των εθνικών ταυτοτήτων (μέσω ιδεολογικών μηχανισμών όπως η εκπαίδευση και η θρησκεία) αποτέλεσε προϋπόθεση για τη διαμόρφωση και την συνοχή των εκάστοτε εθνικών αστικών τάξεων και των κρατών τους. Επομένως, οποιαδήποτε συζήτηση περί «ιστορικής συνέχειας» ενός έθνους σκοντάφτει σε πολλούς σκοπέλους. Με αυτό προφανώς δεν εννοούμε ότι δεν υπάρχουν γλωσσικά, εθνολογικά και πολιτιστικά στοιχεία ενός λαού που απαράλλακτα ή παραλλαγμένα έρχονται από το παρελθόν και τον διέπουν μέχρι και σήμερα, αλλά ότι αυτά τα στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν, ενισχύθηκαν ή αποσιωπήθηκαν με σκοπό να φτιαχτούν τα κράτη-έθνη με σαφές ταξικό πρόσημο υπέρ της αστικής τάξης.

Αρχής γενομένης γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η επιχειρηματολογία περί μοναδικών απόγονων των αρχαίων Μακεδόνων στερείται οποιασδήποτε επιστημονικής βάσης από όποια πλευρά και αν αυτή χρησιμοποιείται. Μέσα σε όλους αυτούς τους αιώνες που έχουν μεσολαβήσει, η περιοχή των Βαλκανίων κατοικήθηκε και εποικίστηκε από δεκάδες πληθυσμούς, ενώ αποτέλεσε για χιλιετίες μέρος τριών αυτοκρατοριών: της Ρωμαϊκής, της Βυζαντινής και της Οθωμανικής. Αλλά και γεωγραφικά, η αρχαία Μακεδονία δεν αντιστοιχεί σε ένα και μόνο από τα σύγχρονα κράτη, αλλά εκτεινόταν ανάμεσα σε Ελλάδα, Π.Γ.Δ.Μ., Σερβία και Βουλγαρία. Μετέπειτα, η σλαβομακεδονική ταυτότητα συγκροτήθηκε στην περιοχή των Βαλκανίων την περίοδο της διάλυσης της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ωστόσο, μετά το τέλος των βαλκανικών πολέμων και τον διαμοιρασμό των εδαφών της Μακεδονίας, ακολούθησαν μετακινήσεις πληθυσμών, αλλά και η βίαιη καταπίεση των σλαβομακεδόνικων πληθυσμών από όλα τα κράτη (Ελλάδα, Σερβία, Βουλγαρία) στο όνομα της ενσωμάτωσης στον εκάστοτε «εθνικό κορμό».

Στην Ελλάδα, η σλαβομακεδονική μειονότητα, η γλώσσα και ο πολιτισμός της, όχι απλά καταπιέστηκαν, αλλά αφανίστηκαν συστηματικά από τις ελληνικές αστικές κυβερνήσεις στα πλαίσια της εθνολογικής κάθαρσης. Μάλιστα, η μαζική συμμετοχή των πληθυσμών αυτών στις τάξεις του Ε.Α.Μ. και του Δ.Σ.Ε. (το Κ.Κ.Ε. ήταν η μόνη δύναμη η οποία αναγνώριζε το δικαίωμά τους στον αυτοπροσδιορισμό) οδήγησε στην περαιτέρω καταστολή τους από τις μετεμφυλιακές κυβερνήσεις, ενώ πολλοί από τους πρόσφυγες του πολέμου εγκατέλειψαν τη χώρα και κατέφυγαν στην τότε Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας για ασφάλεια. Σαφέστατα παρόμοιες τακτικές εθνολογικής καθαρής ή ακόμα και γενοκτονίες ακολούθησαν και τα υπόλοιπα κράτη της γύρω περιοχής κατά την δημιουργία τους και αργότερα.

Όσον αφορά στην γείτονα χώρα, το σλαβομακεδονικό στοιχείο αποτέλεσε βασικό παράγοντα στην συγκρότηση της ταυτότητας και στην συνοχή του νεοσύστατου κράτους. Πρόκειται για έναν πολύ πρόσφατο εθνικό σχηματισμό που, όπως και οι γύρω περιοχές, έχει περάσει από πολλές φάσεις. Η σημερινή Π.Γ.Δ.Μ. αποτέλεσε κομμάτι της Γιουγκοσλαβίας. Το 1946, όταν σχηματίστηκε η κομμουνιστική κυβέρνηση, μετονομάστηκε σε Ομοσπονδιακή Λαϊκή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας, όπου μεταξύ των έξι Λαϊκών Δημοκρατιών που την αποτελούσαν ήταν και η Λ.Δ. Μακεδονίας. Μετά τη μετονομασία της Ομοσπονδίας σε Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας, το 1963, η Λ.Δ. της Μακεδονίας μετονομάστηκε σε Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Το 1991 ο πρόεδρος της χώρας Κίρο Γκλιγκόροφ κήρυξε την πλήρη ανεξαρτησία της και τη μετονομασία της σε Δημοκρατία της Μακεδονίας.

Γεωγραφικά, λοιπόν, δεν μπορεί να αποκλείσει κανένας σε κάποια από τις παραπάνω χώρες να κάνουν χρήση του όρου Μακεδονία. Ιστορικά την Μακεδονία κατοικούσαν επί αιώνες και συνεχίζουν να κατοικούν λαοί με διαφορετικές εθνολογικές, γλωσσικές και πολιτιστικές καταβολές. Το ότι ο Μέγας Αλέξανδρος, για παράδειγμα, ήταν Έλληνας (με την τότε έννοια του όρου, η οποία όμως αλλάζει νόημα στις νεωτερικές κοινωνίες) δεν σημαίνει πως όλοι οι Μακεδόνες είναι Έλληνες, ή για την ακρίβεια, κάτι άλλο από απλώς «Μακεδόνες». Ως εκ τούτου το γεγονός ότι οι Αρχαίοι Μακεδόνες ονοματοδότησαν την συγκεκριμένη περιοχή δεν δίνει σε κανένα από τα σημερινά έθνη- κράτη το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του όρου και από αυτή τη σκοπιά δεν υπάρχει κάποια «σωστή» ονομασία για την Π.Γ.Δ.Μ.. Εδώ όμως σταματάει η ιστορία και αρχίζει η πολιτική.

Το πραγματικό διακύβευμα πίσω από τους εθνικισμούς και η ουσιαστική απειλή

Αλυτρωτισμός: Σε αυτόν τον όρο συμπυκνώνεται όλοι η επιχειρηματολογία όσων αντιδρούν στην χρήση του όρου Μακεδονία από την Π.Γ.Δ.Μ., δηλαδή στον υπαρκτό για αυτούς κίνδυνο που αντιμετωπίζει η εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας από τις επεκτατικές βλέψεις της γείτονας χώρας. Δυστυχώς, το επιχείρημα αυτό δεν χρησιμοποιείται μόνο από εθνικιστές, δεξιούς, ακροδεξιούς και εν γένει συντηρητικούς, αλλά και από δυνάμεις της Αριστεράς.

Υπάρχει τέτοια απειλή; Είναι γεγονός ότι κατά καιρούς έχουν ακουστεί από αξιωματούχους της Κυβέρνησης της Π.Γ.Δ.Μ. υποσχέσεις για «απελευθέρωση» εδαφών ακόμα και για επιλογή της Θεσσαλονίκης σαν νέα πρωτεύουσα του «Μακεδονικού» κράτους. Είναι, επίσης, αλήθεια ότι η δεκαετής κυβέρνηση Γκρουέφσκι (2006-2016) επένδυσε στον Μακεδονικό εθνικισμό, γεμίζοντας την πόλη των Σκοπίων με αγάλματα αρχαιοελληνικής αισθητικής. Για αυτούς τους λόγους και ο Νικολά Γκρουέφσκι κόντεψε να οδηγήσει την χώρα του σε εμφύλιο, καθώς η αλβανική μειονότητα, η οποία καταπιέστηκε από αυτόν τον εθνικισμό, αντέδρασε δυναμικά προκαλώντας την κυβερνητική αλλαγή. Ωστόσο, είναι επίσης αλήθεια ότι και η ελληνική σκληρή στάση τη δεκαετία του 1990 συνέβαλε στην άνοδο των εθνικιστών στην εξουσία της Π.Γ.Δ.Μ.

Παράλληλα, όμως, είναι αλήθεια ότι στο σύνταγμα της Π.Γ.Δ.Μ., ιδιαίτερα μετά τις αναθεωρήσεις του τα προηγούμενα έτη, υπάρχει ρητή αναφορά ότι δεν υπάρχουν εδαφικές αξιώσεις στην επικράτεια άλλων κρατών, ενώ διακηρύσσεται η μη παρέμβαση στα κυριαρχικά δικαιώματα ή στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων κρατών. Δεδομένη, είναι επιπλέον και η τεράστια διάσταση μεταξύ των δυνάμεων των δύο χωρών σε οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο. Θεωρούμε περιττό αναφέρουμε στο σημείο αυτό αναλυτικά παραδείγματα για την υπεροχή της Ελλάδας και στα δύο αυτά σκέλη. Ενδεικτικά αναφέρουμε ένα στοιχείο, ότι τα ΕΛ.ΠΕ. (Ελληνικά Πετρέλαια) ελέγχουν ουσιαστικά την αγορά πετρελαίου της Π.Γ.Δ.Μ., αφού αποτελούν τον μεγαλύτερο προμηθευτή πετρελαίου της χώρας. Υπό αυτή την έννοια, βεβαίως υπάρχει εθνικισμός στη γείτονα χώρα και βεβαίως, είναι ανησυχητικό ότι ακούγεται συχνά και από επίσημα χείλη. Είναι επίσης σαφές, ότι η Αριστερά οφείλει να αντιμάχεται κάθε εθνικισμό, όχι μόνο στα πλαίσια της διεθνιστικής πάλης, αλλά και επειδή οι γειτονικοί εθνικισμοί μπορεί να οξυνθούν επικίνδυνα σε περίπτωση ανάληψης της εξουσίας από μια πραγματικά αντισυστημική Αριστερά. Αλυτρωτισμός όμως σημαίνει διεκδίκηση εδαφών με στρατιωτικούς ή διπλωματικούς όρους. Όποια εκτίμηση κι αν κάνουμε για το μέλλον, δεν μπορούμε στο σήμερα να το χρησιμοποιούμε ως επιχείρημα για να επιλύσουμε ένα τρέχον ζήτημα.

Τις περισσότερες φορές όπου επαναχαράχτηκαν τα σύνορα στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, από τους Βαλκανικούς πολέμους και μετά, οι λαοί, αλλά ακόμα και οι εκάστοτε κυβερνήσεις των όποιων κρατών της περιοχής δεν είχαν κανέναν απολύτως λόγο. Η ιστορία και σε αυτήν την περίπτωση γράφτηκε από τους ισχυρούς (δηλαδή από τις Μεγάλες Δυνάμεις) και αν ποτέ ξαναγραφεί, από αυτούς θα γράφεται μέχρι οι λαοί να πάρουν τη μοίρα στα χέρια τους. Ούτε ο ελληνικός ούτε ο λαός της Π.Γ.Δ.Μ. έχουν κανένα συμφέρον από την παρουσία του ΝΑΤΟ στην περιοχή. Για την Αριστερά, λοιπόν, αυτό θα έπρεπε να είναι το επίκεντρο της συζήτησης: η απεμπλοκή της Ελλάδας από το ΝΑΤΟ. Γιατί αυτή είναι η πραγματική και μόνη απειλή.

Συνεπώς, δεν πρόκειται για ένα διαγώνισμα Ιστορίας όπου αναζητούμε την σωστή λύση, αλλά για ένα πρόβλημα που συνδέεται με τους εθνικιστικούς μύθους των Βαλκανίων και την πολιτική τους εκμετάλλευση τόσο από τα εκάστοτε αστικά κράτη όσο και από τη Δύση και πιο συγκεκριμένα από το ΝΑΤΟ.

Ο λόγος που το Μακεδονικό άνοιξε ξανά σήμερα είναι γιατί το ΝΑΤΟ για τους δικούς του λόγους (που έχουν να κάνουν και με τη διεύρυνση της επιρροής του και το «φρένο» στους Ρώσους) επιθυμούν διακαώς στην Σύνοδο Κορυφής της Συμμαχίας που θα διεξαχθεί τον Ιούλιο στις Βρυξέλλες, η Π.Γ.Δ.Μ. να ενταχθεί στον Οργανισμό και να ακολουθήσει η ένταξή της στην ΕΕ (όπου από τον Δεκέμβριο του 2005 είναι υποψήφια προς ένταξη). Για να γίνουν όλα αυτά θα πρέπει να βρεθεί κοινή αποδεκτή ονομασία για τη χώρα, ώστε να μην επαναληφθεί το βέτο του Κ. Καραμανλή το 2008.

Η θέση ή η μη θέση της Αριστεράς

Καταρχάς θεωρούμε δεδομένο πως μία Αριστερά που επιδιώκει την αλλαγή στο σήμερα θα πρέπει να έχει θέση για το συγκεκριμένο ζήτημα, όπως και σχεδόν για κάθε ζήτημα, και να μην υπεκφεύγει όπως πράττουν κατά καιρούς απαξιωτικά άλλες δυνάμεις της Αριστεράς. Εδώ, λοιπόν, προκύπτει και το εύλογο, αλλά καθόλου εύκολο ερώτημα για το ποια πρέπει να είναι η θέση της Αριστεράς. Στο σημείωμα αυτό εντοπίζουμε τρείς βασικούς άξονες.

Πρώτον: Η Αριστερά θα πρέπει να αναδεικνύει συνεχώς πως η ισχυροποίηση του ΝΑΤΟ στην περιοχή μέσω της ένταξης της γειτονικής χώρας σε αυτό μόνο άσχημα αποτελέσματα θα έχει για τους λαούς των Βαλκανίων και της ευρύτερης περιοχής. Γι' αυτό, η απαγκίστρωση τόσο της Ελλάδας όσο και της γύρω περιοχής από το ΝΑΤΟ, η δραστική μείωση των εξοπλιστικών δαπανών και η δημιουργία ενός πανβαλκανικού και πανμεσογειακού φιλειρηνικού κινήματος που θα απαιτεί να σταματήσουν οι πόλεμοι και η αποσταθεροποίηση είναι επίκαιρα αιτήματα για την Αριστερά στο σήμερα.

Δεύτερον: Η Αριστερά στην Ελλάδα θα πρέπει πρωτίστως να αντιταχθεί στον ελληνικό εθνικισμό, όπως αντίστοιχα αναμετριέται με τον ελληνικό αστισμό. Δεν μπορείς πρώτα να κοιτάς την «καμπούρα» του άλλου, χωρίς να βλέπεις τη δική σου. Παραπάνω, αναφερθήκαμε στις συνθήκες που οδήγησαν στην έξαρση του εθνικισμού στην Π.Γ.Δ.Μ. Ωστόσο, θα ήταν ανακριβές να ισχυριστούμε ότι εθνικισμό συναντάει κανείς μόνο στη μία πλευρά των συνόρων. Μπορεί από την εδώ πλευρά ο εθνικισμός να μην χρησιμοποιήθηκε - τις τελευταίες τουλάχιστον δεκαετίες - για το χτίσιμο μίας ενιαίας εθνικής ταυτότητας, όπως συνέβη στην Π.Γ.Δ.Μ., αλλά χρησίμευσε στην απόκρυψη/συγκάλυψη των ταξικών αντιθέσεων, τόσο το 1992 όσο και σήμερα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η εργαλειακή χρήση του μακεδονικού ζητήματος σήμερα και από αυτήν την κυβέρνηση έρχεται εν μέσω ενός νέου γύρου επίθεσης στα λαϊκά συμφέροντα, που ξεκίνησε με τον αντισυνδικαλιστικό νόμο και την δρομολόγηση των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών και θα ολοκληρωθεί με την υλοποίηση των ήδη ψηφισμένων διατάξεων στο ασφαλιστικό από το 2019 και όλα αυτά, εν μέσω μιας περιόδου, που φαίνεται, όλο και περισσότερο, προεκλογικής. Εθνικισμός υπάρχει και έχει εκφραστεί και σε κυβερνητικό επίπεδο, και από πολιτικές συντηρητικές και ακροδεξιές δυνάμεις, αλλά πολλές φορές και μέσω της λαϊκής έκφρασης. Συνεπώς, είναι τουλάχιστον άστοχη μία θέση της Αριστεράς που πρωτίστως αναδεικνύει το τι οφείλει να κάνει η άλλη πλευρά, χωρίς να έχει πρόταση για το πως θα διευθετηθούν τα ίδια θέματα εντός της χώρας. Αυτός, εξάλλου, είναι για μας ο συνδετικός κρίκος Διεθνισμού και Πατριωτισμού. Η εργατική τάξη μιας χώρας αγωνίζεται για την απελευθέρωση της ίδιας, αλλά και για τον κοινό αγώνα του παγκόσμιου προλεταριάτου.

Ο ρόλος, λοιπόν, της Αριστεράς σε αυτά τα ζητήματα πρέπει να είναι «διαπαιδαγωγικός» (να μην αποδέχεται δηλαδή δήθεν «αλήθειες» επειδή συντηρούνται, αλλά να αναδεικνύει την πραγματικότητα ακόμα και με «άβολους» όρους), ανεξαρτήτως αν οι θέσεις της είναι αρεστές ή όχι στην συγκεκριμένη συγκυρία. Η Αριστερά δεν θα πρέπει να φοβηθεί να μιλήσει, ακόμα κι αν πρόκειται να συγκρουστεί με τις μάζες, και να αναδείξει ποια είναι τα πραγματικά διακυβεύματα, αλλά και τις αξίες που στο επίκεντρό τους θέτουν την ειρηνική συνύπαρξη των λαών. Αυτός είναι ακόμα ένας λόγος για τον οποίο σε καμία περίπτωση δε θα πρέπει όχι μόνο να στηρίζει, αλλά ούτε και να δικαιολογεί τις κινητοποιήσεις που γίνονται για το Μακεδονικό. Ας μην επαναλάβουμε το λάθος του Συνασπισμού το 1992. Με βάση όλη την παραπάνω ανάλυση που προτείνουμε, η Αριστερά δεν μπορεί να βρει κανένα επιχείρημα για να καλεί, να συμμετάσχει ή να δείχνει συμπάθεια σε τέτοιου είδους κινητοποιήσεις, πόσο μάλλον όταν αυτές έχουν ξεκάθαρο εθνικιστικό και ακροδεξιό στίγμα (ακόμα και αν αυτό δεν χαρακτηρίζει το σύνολο όσων συμμετείχαν σε αυτές).

Τρίτον: Η Αριστερά θα πρέπει να πάρει συγκεκριμένη θέση άμεσης λύσης όσον αναφορά το ζήτημα του ονόματος και μπορεί να έχει θέση για συγκεκριμένη ονομασία, αλλά ο κύριος ρόλος της, όπως προείπαμε, είναι να αναδείξει το πραγματικό ζήτημα που είναι η παρέμβαση του ΝΑΤΟ στην περιοχή.

Στη παρούσα φάση φαίνεται ότι οι συνθήκες είναι πιο ευνοϊκές για την επίλυση του Μακεδονικού, παρά το ότι δυστυχώς αυτό οφείλεται στη στρατηγική του ΝΑΤΟ στην περιοχή και στην προσκόλληση αμφότερων των δύο κυβερνήσεων σε αυτό. Από τη μία, στην εξουσία στην Π.Γ.Δ.Μ. βρίσκεται η κυβέρνηση Ζάεφ, πιο μετριοπαθής από την προηγούμενη κυβέρνηση του Ν. Γκρουέφσκι, η οποία είναι προσανατολισμένη στην ολοκλήρωση της ευρωατλαντικής πορείας της, ενώ παράλληλα έχει την στήριξη τμημάτων της αλβανικής κοινότητας. Ήδη, ο Ζάεφ έχει προχωρήσει σε μία σειρά από κινήσεις «καλής θέλησης», γκρεμίζοντας τα αρχαιοελληνικά αγάλματα και προτείνοντας τη μετονομασία του αεροδρομίου και κεντρικών δρόμων. Από την άλλη, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, συνεχίζοντας να εφαρμόζει μία μνημονιακή και άκρως νεοφιλελεύθερη πολιτική, προσπαθεί να χτίσει ένα νέο αφήγημα για τον διαχωρισμό μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, ώστε να μπορεί να κοντράρει τη Νέα Δημοκρατία. Στο αφήγημα αυτό, το σημείο αντιπαράθεσης δεν είναι πια η ταξική πάλη (αφού και οι δύο πολιτικές δυνάμεις έχουν νεοφιλελεύθερα προγράμματα και ακολουθούν τη λογική του ευρωμονόδρομου), αλλά ένας «κούφιος» προοδευτισμός από τη μία και ένας νέο-ακροδεξιός λόγος από την άλλη. Την Αριστερά, λοιπόν, την συμφέρει να βρεθεί μία λύση στην παρούσα φάση, γιατί όσο το ζήτημα αυτό συνεχίσει να διαιωνίζεται «μπάλα» στα ακροατήρια και των δύο χωρών θα παίζουν οι εθνικιστικές και ακροδεξιές δυνάμεις. Η μη λύση θα οδηγήσει στην πόλωση και στην έξαρση των εθνικισμών σε μακροχρόνιο επίπεδο, η κοινή γνώμη θα αποπροσανατολίζεται από τα ουσιαστικά ζητήματα και από τους αγώνες που θα πρέπει να δώσουν οι λαοί, ενώ η Αριστερά θα βρίσκεται συνεχώς σε αμυντική και απολογητική θέση.

Μία λύση που θα έχει την στήριξη της Αριστεράς, θα οφείλει να αντιπαλεύει τους εθνικισμούς από όπου και αν αυτοί προέρχονται, να σέβεται το δικαίωμα των λαών στον αυτοπροσδιορισμό και να στηρίζει την ειρηνική συνύπαρξη τους. Συνεπώς, μια λύση, είτε περιέχει τελικά σύνθετη ονομάσια, είτε όχι, είτε χρησιμοποιεί επίμαχους όρους, είτε όχι, αν συνοδεύεται με πρώτη προϋπόθεση ότι και οι δύο πλευρές επίσημα θα ανανεώσουν τις θέσεις τους για καμία αλλαγή των συνόρων καταδικάζοντας κάθε αλυτρωτική λογική και με δεύτερη προϋπόθεση ότι θα υπάρξουν και από τις δύο πλευρές πρακτικές και συνεργασίες που θα ενισχύουν την φιλία μεταξύ των δύο λαών, μπορεί να γίνει αποδεκτή από τις δυνάμεις της Αριστεράς.

 

Γκότσης Πέτρος
Ηλιάκης Μανώλης
Ηλιάκης Πέτρος
Ήσυχος Νικόλας
Θεοτοκάτου Μαρίζα
Καΐκα Μαριτίνα
Καμπούρης Μάριος
Καραβασίλη Ιωάννα
Καραγιαννίδης Γρηγόρης
Κλεισιάρης Κωνσταντίνος
Κλείτσα Όλγα
Μάντζαρη Εύα
Μαστρογιάννης Γιώργος
Μπαγέρης Ιάσωνας
Μπαλαγιάννης Κώστας
Μπέλκα Μαριάννα
Μπιρμπίλη Τζωρτζίνα
Μπόνια Αλίκη
Μωράκης Παναγιώτης
Παπαγεωργάκης Άγης
Πατσέλης Τέρπανδρος – Βασίλης
Ρουφηκτός Μάριος
Σακούτης Κωνσταντίνος
Στεφανίδου Φαίδρα
Τόλιος Άρης
Τσομπανέλλης Παντελής
Χιωτέλης Άρης
Χρηστίδης Ιορδάνης
Ψάθας Βασίλης

 

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Νατοϊκή Μακεδονία του Βορρά και του Νότου

Προσθήκη σχολίου

Παρακαλούμε, πριν δημοσιεύσετε το σχόλιό σας, έχετε υπόψιν σας τα ακόλουθα:
•Δεν επιτρέπονται τα «greeklish» (ελληνικά με λατινικούς χαρακτήρες) και η γραφή με κεφαλαία (Caps) .
• Κάθε γνώμη είναι σεβαστή, αρκεί να αποφεύγονται ύβρεις, ειρωνείες, ασυνάρτητος λόγος και προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, πολύ περισσότερο σε προσωπικό επίπεδο, εναντίον των συνομιλητών ή και των συγγραφέων, με υποτιμητικές προσφωνήσεις, ύβρεις, υπονοούμενα, απειλές, ή χυδαιολογίες.
•Μην δημοσιεύετε άσχετα, με το θέμα, σχόλια.
•Ο κάθε σχολιαστής οφείλει να διατηρεί ένα μόνο όνομα ή ψευδώνυμο, το οποίο αποτελεί και την ταυτότητά του σε κάθε συζήτηση.
Με βάση τα παραπάνω η διαχείριση διατηρεί το δικαίωμα μη δημοσίευσης σχολίων χωρίς καμία άλλη προειδοποίηση.
Προσοχή: 1. Η σελίδα λειτουργεί σε εθελοντική βάση. Τα σχόλια δημοσιεύονται το συντομότερο δυνατόν, μόλις αυτό καταστεί εφικτό.
2. Όσοι και όσες απευθύνονται στη διαχείρηση με απορίες και ερωτήσεις είναι απαραίτητο να αναγράφουν και το e-mail τους για τη δυνατότητα απάντησης.