Brigada

21 Ιαν

Να μην περάσει η "κάρτα φιλάθλου"! Μετά, όμως, τι;

Ακόμα πιο απλά: το γεγονός ότι οι μισοί οπαδοί (οι «οικογενειάρχες») χρησιμοποιούνται από τα ΜΜΕ και τους διοικητικούς παράγοντες ως λόγο περιστολής των δικαιωμάτων των άλλων μισών αποτελεί ήττα για την οργάνωση και το μέλλον του οπαδικού κινήματος. Και το οπαδικό κίνημα δεν μπορεί να αντέξει άλλες ήττες.

Του Άρη Τόλιου

Τα επεισόδια στο ντέρμπι Παναθηναϊκός – Ολυμπιακός στις 21 Νοέμβρη πυροδότησαν μια σειρά αντιδράσεων εκ μέρους της Πολιτείας και του υπουργού Σταύρου Κοντονή: από τη μία, επιβλήθηκαν εξοντωτικές ποινές στην ΠΑΕ Παναθηναϊκός (με πιο πρόσφατη, το κλείσιμο του «πετάλου» - των θυρών 13 και 14 δηλαδή – για το υπόλοιπο σχεδόν της αγωνιστικής σεζόν) και από την άλλη, τα επεισόδια δημιούργησαν ιδανική αφορμή και περιβάλλον νομιμοποίησης για να επιταχυνθούν οι διαδικασίες για την «κάρτα φιλάθλου».

Δε χρειάζεται να επεκταθώ ιδιαίτερα στην «κάρτα φιλάθλου». Υπάρχει ήδη η σχετική πρωτοβουλία οπαδών ενάντια στην «κάρτα» (βλ. http://anti-karta.gr/), ενώ πρόσφατα το περιοδικό «HUMBA» διοργάνωσε στις 17/1 μια πετυχημένη εκδήλωση για το θέμα.. Δε χρειάζεται επίσης να πω εκ των προτέρων πως η «κάρτα φιλάθλου» - ένα νέο ταυτοποιητικό στοιχείο στο οποίο αναγράφονται ονοματεπώνυμο, πατρώνυμο, διεύθυνση, τηλέφωνο, ΑΔΤ και ΑΜΚΑ (!) - συνιστά καραμπινάτο «φακέλλωμα». Αυτό και μόνο αρκεί για να αντιτίθεται κάθε πολίτης στη λύση αυτή.

Ακόμα κι αυτός ο περιορισμός, ωστόσο, θα μπορούσε να μπει υπό συζήτηση (βέβαια, με σαφή κίνδυνο δημιουργίας αντιδημοκρατικού δεδικασμένου) αν το μέτρο έφερνε όντως αποτελέσματα (όπου αποτελέσματα: περιορισμός επεισοδίων, μείωση κατασταλτικών μηχανισμών και μέσων, αύξηση εσόδων, κτλ.). Όμως, το μέτρο δύσκολα θα φέρει κάποιο αποτέλεσμα - αν ο στόχος του είναι όντως ο έλεγχος και ο περιορισμός της οπαδικής βίας και όχι κάτι άλλο.

Απλό παράδειγμα: ποιος εγγυάται ότι θα σταματήσουν τα – συνήθως αθώα – «ντου» χωρίς εισιτήριο (και προφανώς «κάρτα φιλάθλου») στα γήπεδα, όταν μάλιστα το επιτρέπουν στα ημίχρονα οι ίδιες οι ομάδες;

Στην πράξη, δεν υπάρχει τίποτα στην «κάρτα φιλάθλου» που να τεκμηριώνει πως θα συμμορφώνονται οι «ταραξίες». Αντιθέτως, ο στόχος είναι προφανής: να φοβίσει, να δημιουργήσει την αίσθηση ότι δε μπορεί να μπει οποιοσδήποτε μέσα και όποιος μπει, δε μπορεί να ξεφύγει - να δράσει δηλαδή «προληπτικά κατασταλτικά».

Το ζήτημα όμως των επεισοδίων και της ενδογηπεδικής και εξωγηπεδικής οπαδικής βίας δεν είναι ατομικό πρόβλημα, ώστε να αντιμετωπίζεται… ψυχολογικά, αλλά κοινωνικό φαινόμενο.

Ιδιαίτερα στην Ελλάδα, οι διοικήσεις ή μερίδες αυτών έχουν αποδείξει πως επιδιώκουν με κάθε τρόπο να προσεταιριστούν τους οργανωμένους οπαδούς και να τους εντάξουν σε πελατειακά δίκτυα (και σε μεγάλο βαθμό, το έχουν πετύχει). Από εμπειρία και μόνο, μπορούμε να πούμε με ασφάλεια πως επεισόδια ξεκινούν σε κερκίδες μη οργανωμένων οπαδών από πολύ σπάνια έως ποτέ. Άρα, σύγχρονες επιχειρήσεις θεωρητικά θα ήταν πολύ εύκολο να κάνουν διαχείριση πλήθους, αν το ήθελαν.

Δεν το θέλουν όμως. Γιατί όσο θεωρείται κρίσιμη για τη βιωσιμότητα μιας τέτοιας επιχείρησης η πώληση εισιτηρίων ή εισιτηρίων διαρκείας, οι οργανωμένοι οπαδοί συνιστούν μια σταθερή οπαδική βάση, άρα ένα σταθερό αγοραστικό κοινό.

Η οπαδική αυτή βάση δεν μπορεί να υπάρξει – όχι στην μνημονιακή, αλλά ούτε και στην προμνημονιακή Ελλάδα, η οποία δεν είχε ποτέ τέτοια μεσαία τάξη (ιδεολογική και ταξική «συγκολλητική ουσία» των καπιταλιστικών κοινωνιών), που να μπορεί να συντηρεί τα ελληνικά γήπεδα – στα οποία, εκτός των άλλων, το θέαμα είναι μετριότατο (αλλά για αυτό δε φταίει η μεσαία τάξη).

Αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό, ώστε να σταματήσουν οι ανόητες επικλήσεις στα περίφημα «μέτρα Θάτσερ»: αφ’ ενός, διότι το αγγλικό ποδόσφαιρο που είχε εξυγιανθεί (και ακριβύνει) μπορούσε να το στηρίξει η ανερχόμενη αγγλική μεσαία τάξη του ’90, που αναδείχθηκε μέσα από την χρηματοπιστωτική έκρηξη του Σίτι του Λονδίνου. Αφ’ ετέρου, τα - σχετιζόμενα με αθλητικό οπαδισμό - επεισόδια έφυγαν από το γήπεδο, αλλά μεταφέρθηκαν στις παμπ στα πέριξ και διογκώθηκαν.

Όλα τα παραπάνω παραδείγματα σε Ελλάδα και εξωτερικό καταδεικνύουν πως κάθε λύση που αντιλαμβάνεται τον οπαδό εξατομικευμένα είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Είναι σαφές πως ο πυρήνας της μάχης που πρέπει να δώσει κάθε πολιτική αρχή είναι στην «λούμπεν» συμβιωτική σχέση διοικήσεων – οργανωμένων οπαδών. Κι αν απέναντι στους δεύτερους ο αγώνας δίνεται προσχηματικά, απέναντι στις διοικήσεις δεν κρατώνται ούτε τα προσχήματα, αφού τα επιχειρηματικά συμφέροντα πίσω από τις διοικήσεις είναι πανίσχυρα για το πολιτικό μέγεθος του εκάστοτε υπουργού, ενώ συνήθως προστατεύονται και από οπαδικούς «στρατούς».

Και εδώ ερχόμαστε στο δεύτερο ζήτημα.

Το οργανωμένο οπαδικό κίνημα (διαχωρίζω επίτηδες τους οπαδούς από την «οπαδική κοινότητα» και αυτή από το «οπαδικό κίνημα», όπως διαχωρίζω την «κοινωνία» από το «λαό» και αυτόν από το «κίνημα») πέτυχε μια νίκη – σπουδαία μάλιστα, αφού προ ημερών η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα έκρινε ότι «η ρύθμιση της υποχρεωτικής έκδοσης κάρτας φιλάθλου συνιστά ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟ του ατομικού δικαιώματος του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού και της προστασίας των προσωπικών δεδομένων μας» και ανάγκασε τον υπουργό Αθλητισμού να υποχωρήσει και να παρατείνει με υπουργική απόφαση την έναρξη εφαρμογής του μέτρου για 1η Μάρτη.

Αυτή η μικρή νίκη δεν αναστέλλει το μέτρο, όμως ακόμα κι η αναστολή του μέτρου δεν αποτελεί παρά λίγο μεγαλύτερη νίκη για το οπαδικό κίνημα – άρα και πάλι μικρή. Ουσιαστικά, το πρόβλημα είναι πως όσα τέτοια μέτρα κατασταλτικού ή «προληπτικά κατασταλτικού» (όπως π.χ. η απαγόρευση μετακίνησης οπαδών) επιχειρήσουν οι εκάστοτε «ειδικοί του αθλητισμού» και όσες φορές και να τα αποκρούσουν οι οπαδοί, τα επεισόδια στα γήπεδα δεν έχουν σταματήσει. Και παρότι η βία στα γήπεδα είναι αποτύπωση των κοινωνικοοικονομικών αντιφάσεων και αντιθέσεων της «εξωγηπεδικής πραγματικότητας» σε ένα  χαλαρότερα οργανωμένο κοινωνικό πεδίο, δεν σημαίνει ότι δε μπορεί – σε μεγάλο βαθμό τουλάχιστον – να θεραπευτεί πολιτικά.

Είναι προφανές ότι το πρόβλημα δε μπορούν να το «θεραπεύσουν», για λόγους που προαναφέρθηκαν, ούτε οι διοικήσεις, ούτε η πολιτική αρχή, ούτε προφανώς η Αστυνομία. Ποιος μένει; Μα φυσικά οι οπαδοί.

Κι εδώ πρέπει να κάνουμε μια πολύ γενναία διαπίστωση, για να αρχίσει να αποκτά υπόσταση ο προηγούμενος διαχωρισμός ανάμεσα σε οπαδικό κίνημα – οπαδική κοινότητα – οπαδούς: ο φυσικός διαχωρισμός των οπαδών που απλώς θέλουν να παρακολουθήσουν έναν αγώνα (όχι απαραίτητα ήσυχα, αλλά σίγουρα ειρηνικά, ενδεχομένως μαζί και με την οικογένεια τους) από την οπαδική κοινότητα αποτελεί ήττα του οπαδικού κινήματος.

Αλλιώς: ο  πρώτος που πλήττεται από τα επεισόδια στα γήπεδα είναι το οπαδικό κίνημα, γιατί αποτυγχάνει να αυτό-οργανωθεί, να αυτό-καθορίζεται και να αυτό-προστατευτεί (όπως αντίστοιχα χρέος της «περιφρούρησης» σε μια πορεία είναι να προστατέψει τους ανθρώπους που συμμετέχουν).

Ακόμα πιο απλά: το γεγονός ότι οι μισοί οπαδοί (οι «οικογενειάρχες») χρησιμοποιούνται από τα ΜΜΕ και τους διοικητικούς παράγοντες ως λόγο περιστολής των δικαιωμάτων των άλλων μισών αποτελεί ήττα για την οργάνωση και το μέλλον του οπαδικού κινήματος.

Και το οπαδικό κίνημα δεν μπορεί να αντέξει άλλες ήττες. Δεν κατάφερε να αποτρέψει την - υπερπροβεβλημένη μεν, υπαρκτή δε - διείσδυση της Χρυσής Αυγής στα «πέταλα», δεν κατάφερε να αποτρέψει τη μαζικοποίηση συνδέσμων «μισθοφόρων» και «μπράβων» του εκάστοτε προέδρου και δεν έχει καταφέρει να αρθρώσει την παραμικρή θετική πρόταση για την αναγκαία εξυγίανση του αθλητισμού.

Το πόσο μεγάλη είναι δε η ήττα του οπαδικού κινήματος αυτή τη στιγμή, μπορεί να αποτυπωθεί στο παρακάτω σχήμα: αυτή τη στιγμή, ο κάθε υπουργός Αθλητισμού έχει «λευκή επιταγή» από την κοινωνική πλειοψηφία να τσακίσει τη βία στα γήπεδα με κάθε τρόπο. Αδιακρίτως – τελεία και παύλα. Η κοινωνία θέλει λύση.

Και αν το οπαδικό κίνημα υιοθετήσει μια αμυντική στάση του τύπου «οι οπαδοί από τη μία και όλη η κοινωνία από την άλλη», τότε θα απομονωθεί ακόμα περισσότερο και θα είναι ακόμα πιο ευάλωτο στην επόμενη απίθανη ιδέα που θα προσγειωθεί στα μυαλά των ιθυνόντων του αθλητισμού.

Πλέον, δεν αρκεί μόνο η αντίσταση. Ακόμα και να αρκεί συχνά για να αποκρούσει προσωρινά επιθέσεις ενάντια στα κοινωνικά δικαιώματα των οπαδών, δεν αρκεί για να λυθούν τα υπαρκτά προβλήματα. Η λύση που πρέπει να δοθεί στην απομόνωση του γηπέδου ως «χώρου βίας και ανομίας» και στην αλλοτρίωση του οπαδού από τον κοινωνικό του χώρο, πρέπει να δοθεί από μέσα από το γήπεδο. Το οπαδικό κίνημα πρέπει να απαντήσει στις σύγχρονες προκλήσεις μέσα από τον εκδημοκρατισμό της οπαδικής κοινότητας, την κοινωνικοποίηση του γηπέδου και την οργάνωση όλων των οπαδών σε προοδευτική βάση. Οι οπαδοί υπάρχουν κατά εκατομμύρια στην Ελλάδα – απλά, βρίσκονται στα σπίτια τους ή πηγαίνουν αραιά στο γήπεδο. Θέλουν να επιστρέψουν. Και το οπαδικό κίνημα πρέπει να τους βοηθήσει.

 

ΥΓ: κατά το γνωστό ρητό για τους διαιτητές, φαίνεται πως «ο καλύτερος υπουργός Αθλητισμού είναι αυτός που δε χρειάζεται να φανεί». Ο Σταύρος Κοντονής δεν είναι τέτοια περίπτωση. Μοιάζει να προσπαθεί να αποδείξει ότι δεν είναι άσχετος με τον αθλητισμό, κάτι το οποίο εν τέλει δεν είναι και έγκλημα. Ενδεχομένως, στο μυαλό του τα 2 ευρώ που χρειάζονται ανά διετία για να χορηγείται στον οπαδό η «κάρτα φιλάθλου» να είναι τίμιο πόσο, ώστε να ισοσκελίζονται μάλιστα και τα έξοδα από τις ζημιές στα γήπεδα. Ενδεχομένως, στην ίδια λογική να εντάσσονται και τα δίκαια μεν, μεγάλα δε πρόστιμα στην ΠΑΕ Παναθηναϊκός (που μάλλον έχουν στόχο να χτυπήσουν περισσότερο για άλλους λόγους τον Πρόεδρο του Γιάννη Αλαφούζο). Ενδεχομένως, μάλιστα, να μπορούσε η κυβέρνηση να εξοικονομεί χρήματα (για να συνεχίσει να αποπληρώνει το απεχθές δημόσιο χρέος) από διοικητικά πρόστιμα, αύξηση της φορολογίας στα εισιτήρια και χορήγηση ειδικών τελών («κάρτα φιλάθλου») αφού τόσο απαξιωμένος που είναι, δε θα υπάρξει και κάποια μαζική συλλογική αντίδραση. Όμως, η ορθότητα των επιχειρημάτων δεν κρίνεται από την έλλειψη αντίδρασης, αλλά από το αποτέλεσμα. Είναι σαφές, λοιπόν, ότι όσο δεν κόβεται ο «ομφάλιος λώρος» ανάμεσα σε διοικήσεις και συνδέσμους που παρασιτούν πάνω στην οπαδική κοινότητα, ο υπουργός Αθλητισμού θα «φαίνεται» χωρίς αντίκρυσμα. Άρα, θα είναι κακός υπουργός.

ΟΧΙ στην κάρτα φιλάθλου! Μετά;

Του Άρη Τόλιου

Τα επεισόδια στο ντέρμπι Παναθηναϊκός – Ολυμπιακός τον Δεκέμβρη πυροδότησαν μια σειρά αντιδράσεων εκ μέρους της Πολιτείας και του υπουργού Σταύρου Κοντονή: από τη μία, επιβλήθηκαν εξοντωτικές ποινές στην ΠΑΕ Παναθηναϊκός (με πιο πρόσφατη, το κλείσιμο του «πετάλου» - των θυρών 13 και 14 δηλαδή – για το υπόλοιπο σχεδόν της αγωνιστικής σεζόν) και από την άλλη, επιτάχυναν τις διαδικασίες και δημιούργησαν περιβάλλον νομιμοποίησης της «κάρτας φιλάθλου».

Δε χρειάζεται να επεκταθώ ιδιαίτερα στην «κάρτα φιλάθλου». Υπάρχει ήδη η σχετική πρωτοβουλία οπαδών ενάντια στην «κάρτα» (βλ. http://anti-karta.gr/), η οποία έχει διοργανώσει και πετυχημένες εκδηλώσεις (με πιο πρόσφατη, αυτή του περιοδικού «HUMBA» στις 17/1). Δε χρειάζεται επίσης να πω εκ των προτέρων πως η «κάρτα φιλάθλου» - ένα νέο ταυτοποιητικό στοιχείο στο οποίο αναγράφονται ονοματεπώνυμο, πατρώνυμο, διεύθυνση, τηλέφωνο, ΑΔΤ και ΑΜΚΑ (!) - συνιστά καραμπινάτο «φακέλλωμα». Αυτό και μόνο αρκεί για να αντιτίθεται κάθε πολίτης στη λύση αυτή.

Ακόμα κι αυτός ο περιορισμός, ωστόσο, θα μπορούσε να μπει υπό συζήτηση (βέβαια, με σαφή κίνδυνο δημιουργίας αντιδημοκρατικού δεδικασμένου) αν το μέτρο έφερνε όντως αποτελέσματα (όπου αποτελέσματα: περιορισμός επεισοδίων, μείωση κατασταλτικών μηχανισμών και μέσων, αύξηση εσόδων, κτλ.). Όμως, το μέτρο δύσκολα θα φέρει κάποιο αποτέλεσμα.

Απλό παράδειγμα: ποιος εγγυάται ότι θα σταματήσουν τα – συνήθως αθώα – «ντου» χωρίς εισιτήριο (και προφανώς «κάρτα φιλάθλου») στα γήπεδα, όταν μάλιστα το επιτρέπουν στα ημίχρονα οι ίδιες οι ομάδες;

Στην πράξη, δεν υπάρχει τίποτα στην «κάρτα φιλάθλου» που να τεκμηριώνει πως θα συμμορφώνονται οι «ταραξίες». Αντιθέτως, ο στόχος είναι προφανής: να φοβίσει, να δημιουργήσει την αίσθηση ότι δε μπορεί να μπει οποιοσδήποτε μέσα και όποιος μπει, δε μπορεί να ξεφύγει - να δράσει δηλαδή «προληπτικά κατασταλτικά».

Το ζήτημα όμως των επεισοδίων και της ενδογηπεδικής και εξωγηπεδικής οπαδικής βίας δεν είναι ατομικό πρόβλημα, ώστε να αντιμετωπίζεται… ψυχολογικά, αλλά κοινωνικό φαινόμενο.

Ιδιαίτερα στην Ελλάδα, οι οργανωμένοι οπαδοί λειτουργούν διαχρονικά και εκτός ορισμένων, πραγματικά συγκυριακών στιγμών, σε αγαστή συνεργασία και συνεννόηση με τις διοικήσεις ή μερίδες αυτών. Από εμπειρία και μόνο, μπορούμε να πούμε με ασφάλεια πως επεισόδια ξεκινούν σε κερκίδες μη οργανωμένων οπαδών από πολύ σπάνια έως ποτέ. Άρα, σύγχρονες επιχειρήσεις θεωρητικά θα ήταν πολύ εύκολο να κάνουν διαχείριση πλήθους, αν το ήθελαν.

Δεν το θέλουν όμως. Γιατί όσο θεωρείται κρίσιμη για τη βιωσιμότητα μιας τέτοιας επιχείρησης η πώληση εισιτηρίων ή εισιτηρίων διαρκείας, οι οργανωμένοι οπαδοί συνιστούν μια σταθερή οπαδική βάση, άρα ένα σταθερό αγοραστικό κοινό.

Η οπαδική αυτή βάση δεν μπορεί να υπάρξει – όχι στην μνημονιακή, αλλά ούτε και στην προμνημονιακή Ελλάδα, η οποία δεν είχε ποτέ τέτοια μεσαία τάξη (ιδεολογική και ταξική «συγκολλητική ουσία» των καπιταλιστικών κοινωνιών), που να μπορεί να συντηρεί τα ελληνικά γήπεδα – στα οποία, εκτός των άλλων, το θέαμα είναι μετριότατο (αλλά για αυτό δε φταίει η μεσαία τάξη).

Αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό, ώστε να σταματήσουν οι ανόητες επικλήσεις στα περίφημα «μέτρα Θάτσερ»: αφ’ ενός, διότι το αγγλικό ποδόσφαιρο που είχε εξυγιανθεί (και ακριβύνει) μπορούσε να το στηρίξει η ανερχόμενη αγγλική μεσαία τάξη του ’90, που αναδείχθηκε μέσα από την χρηματοπιστωτική έκρηξη του Σίτι του Λονδίνου. Αφ’ ετέρου, τα - σχετιζόμενα με αθλητικό οπαδισμό - επεισόδια έφυγαν από το γήπεδο, αλλά μεταφέρθηκαν στις παμπ στα πέριξ και διογκώθηκαν.

Όλα τα παραπάνω παραδείγματα σε Ελλάδα και εξωτερικό καταδεικνύουν πως κάθε λύση που αντιλαμβάνεται τον οπαδό εξατομικευμένα είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Είναι σαφές πως ο πυρήνας της μάχης που πρέπει να δώσει κάθε πολιτική αρχή είναι στην «λούμπεν» συμβιωτική σχέση διοικήσεων – οργανωμένων οπαδών. Κι αν απέναντι στους δεύτερους ο αγώνας δίνεται προσχηματικά, απέναντι στις διοικήσεις δεν κρατώνται ούτε τα προσχήματα, αφού τα επιχειρηματικά συμφέροντα πίσω από τις διοικήσεις είναι πανίσχυρα για το πολιτικό μέγεθος του εκάστοτε υπουργού, ενώ συνήθως προστατεύονται και από οπαδικούς «στρατούς».

Και εδώ ερχόμαστε στο δεύτερο ζήτημα.

Το οργανωμένο οπαδικό κίνημα (διαχωρίζω επίτηδες τους οπαδούς από την «οπαδική κοινότητα» και αυτή από το «οπαδικό κίνημα», όπως διαχωρίζω την «κοινωνία» από το «λαό» και αυτόν από το «κίνημα») πέτυχε μια νίκη – σπουδαία μάλιστα, αφού προ ημερών η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα έκρινε ότι «η ρύθμιση της υποχρεωτικής έκδοσης κάρτας φιλάθλου συνιστά ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟ του ατομικού δικαιώματος του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού και της προστασίας των προσωπικών δεδομένων μας» και ανάγκασε τον υπουργό Αθλητισμού να υποχωρήσει και να παρατείνει με υπουργική απόφαση την έναρξη εφαρμογής του μέτρου για 1η Μάρτη.

Αυτή η μικρή νίκη δεν αναστέλλει το μέτρο, όμως ακόμα κι η αναστολή του μέτρου δεν αποτελεί παρά λίγο μεγαλύτερη νίκη για το οπαδικό κίνημα – άρα και πάλι μικρή. Ουσιαστικά, το πρόβλημα είναι πως όσα τέτοια μέτρα κατασταλτικού ή «προληπτικά κατασταλτικού» (όπως π.χ. η απαγόρευση μετακίνησης οπαδών) επιχειρήσουν οι εκάστοτε «ειδικοί του αθλητισμού» και όσες φορές και να τα αποκρούσουν οι οπαδοί, τα επεισόδια στα γήπεδα δεν έχουν σταματήσει. Και παρότι η βία στα γήπεδα είναι αποτύπωση των κοινωνικοοικονομικών αντιφάσεων και αντιθέσεων της «εξωγηπεδικής πραγματικότητας» σε ένα  χαλαρότερα οργανωμένο κοινωνικό πεδίο, δεν σημαίνει ότι δε μπορεί – σε μεγάλο βαθμό τουλάχιστον – να θεραπευτεί πολιτικά.

Είναι προφανές ότι το πρόβλημα δε μπορούν να το «θεραπεύσουν», για λόγους που προαναφέρθηκαν, ούτε οι διοικήσεις, ούτε η πολιτική αρχή, ούτε προφανώς η Αστυνομία. Ποιος μένει; Μα φυσικά οι οπαδοί.

Κι εδώ πρέπει να κάνουμε μια πολύ γενναία διαπίστωση, για να αρχίσει να αποκτά υπόσταση ο προηγούμενος διαχωρισμός ανάμεσα σε οπαδικό κίνημα – οπαδική κοινότητα – οπαδούς: ο φυσικός διαχωρισμός των οπαδών που απλώς θέλουν να παρακολουθήσουν έναν αγώνα (όχι απαραίτητα ήσυχα, αλλά σίγουρα ειρηνικά, ενδεχομένως μαζί και με την οικογένεια τους) από την οπαδική κοινότητα αποτελεί ήττα του οπαδικού κινήματος.

Αλλιώς: το γεγονός ότι οι μισοί οπαδοί (οι «οικογενειάρχες») χρησιμοποιούνται από τα ΜΜΕ και τους διοικητικούς παράγοντες ως λόγο περιστολής των δικαιωμάτων των άλλων μισών αποτελεί ήττα για την οργάνωση και το μέλλον του οπαδικού κινήματος.

Ακόμα πιο απλά: ο πρώτος που πλήττεται από τα επεισόδια στα γήπεδα είναι το οπαδικό κίνημα, γιατί αποτυγχάνει να αυτό-οργανωθεί, να αυτό-καθορίζεται και να αυτό-προστατευτεί (όπως αντίστοιχα χρέος της «περιφρούρησης» σε μια πορεία είναι να προστατέψει τους ανθρώπους που συμμετέχουν).

Και το οπαδικό κίνημα δεν μπορεί να αντέξει άλλες ήττες. Δεν κατάφερε να αποτρέψει την διείσδυση της Χρυσής Αυγής στα «πέταλα», δεν κατάφερε να αποτρέψει τη μαζικοποίηση συνδέσμων «μισθοφόρων» και «μπράβων» του εκάστοτε προέδρου και δεν έχει καταφέρει να αρθρώσει την παραμικρή θετική πρόταση για την αναγκαία εξυγίανση του αθλητισμού.

Το πόσο μεγάλη είναι δε η ήττα του οπαδικού κινήματος αυτή τη στιγμή, μπορεί να αποτυπωθεί στο παρακάτω σχήμα: αυτή τη στιγμή, ο κάθε υπουργός Αθλητισμού έχει «λευκή επιταγή» από την κοινωνική πλειοψηφία να τσακίσει τη βία στα γήπεδα με κάθε τρόπο. Αδιακρίτως – τελεία και παύλα. Η κοινωνία θέλει λύση.

Και αν το οπαδικό κίνημα υιοθετήσει μια αμυντική στάση του τύπου «οι οπαδοί από τη μία και όλη η κοινωνία από την άλλη», τότε θα απομονωθεί ακόμα περισσότερο και θα είναι ακόμα πιο ευάλωτο στην επόμενη απίθανη ιδέα που θα προσγειωθεί στα μυαλά των ιθυνόντων του αθλητισμού.

Πλέον, δεν αρκεί μόνο η αντίσταση. Ακόμα και να αρκεί συχνά για να αποκρούσει προσωρινά επιθέσεις ενάντια στα κοινωνικά δικαιώματα των οπαδών, δεν αρκεί για να λυθούν τα υπαρκτά προβλήματα. Η λύση που πρέπει να δοθεί στην απομόνωση του γηπέδου ως «χώρου βίας και ανομίας» και στην αλλοτρίωση του οπαδού από τον κοινωνικό του χώρο, πρέπει να δοθεί από μέσα από το γήπεδο. Το οπαδικό κίνημα πρέπει να απαντήσει στις σύγχρονες προκλήσεις μέσα από τον εκδημοκρατισμό της οπαδικής κοινότητας, την κοινωνικοποίηση του γηπέδου και την οργάνωση όλων των οπαδών σε προοδευτική βάση. Οι οπαδοί υπάρχουν κατά εκατομμύρια στην Ελλάδα – απλά, βρίσκονται στα σπίτια τους ή πηγαίνουν αραιά στο γήπεδο. Θέλουν να επιστρέψουν. Και το οπαδικό κίνημα πρέπει να τους βοηθήσει.

 

ΥΓ: κατά το γνωστό ρητό για τους διαιτητές, φαίνεται πως «ο καλύτερος υπουργός Αθλητισμού είναι αυτός που δε χρειάζεται να φανεί». Ο Σταύρος Κοντονής δεν είναι τέτοια περίπτωση. Μοιάζει να προσπαθεί να αποδείξει ότι δεν είναι άσχετος με τον αθλητισμό, κάτι το οποίο δεν είναι και έγκλημα. Ενδεχομένως, στο μυαλό του τα 2 ευρώ που χρειάζονται ανά διετία για να χορηγείται στον οπαδό η «κάρτα φιλάθλου» να είναι τίμιο πόσο, ώστε να ισοσκελίζονται μάλιστα και τα έξοδα από τις ζημιές στα γήπεδα. Ενδεχομένως, στην ίδια λογική να εντάσσονται και τα δίκαια μεν, μεγάλα δε πρόστιμα στην ΠΑΕ Παναθηναϊκός (που μάλλον περισσότερο έχουν στόχο να χτυπήσουν για άλλους λόγους τον Πρόεδρο του Γιάννη Αλαφούζο). Ενδεχομένως, μάλιστα, να μπορούσε η κυβέρνηση να εξοικονομεί χρήματα (για να συνεχίσει να αποπληρώνει το απεχθές δημόσιο χρέος) από διοικητικά πρόστιμα, αύξηση της φορολογίας στα εισιτήρια και χορήγηση ειδικών τελών («κάρτα φιλάθλου») αφού τόσο απαξιωμένος που είναι, δε θα υπάρξει και κάποια μαζική συλλογική αντίδραση. Όμως, η ορθότητα των επιχειρημάτων δεν κρίνεται από την έλλειψη αντίδρασης, αλλά από το αποτέλεσμα. Είναι σαφές, λοιπόν, ότι όσο δεν κόβεται ο «ομφάλιος λώρος» ανάμεσα σε διοικήσεις και συνδέσμους που παρασιτούν πάνω στην οπαδική κοινότητα, ο υπουργός Αθλητισμού θα «φαίνεται» χωρίς αντίκρυσμα. Άρα, θα είναι κακός υπουργός.

Προσθήκη σχολίου

Παρακαλούμε, πριν δημοσιεύσετε το σχόλιό σας, έχετε υπόψιν σας τα ακόλουθα:
•Δεν επιτρέπονται τα «greeklish» (ελληνικά με λατινικούς χαρακτήρες) και η γραφή με κεφαλαία (Caps) .
• Κάθε γνώμη είναι σεβαστή, αρκεί να αποφεύγονται ύβρεις, ειρωνείες, ασυνάρτητος λόγος και προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, πολύ περισσότερο σε προσωπικό επίπεδο, εναντίον των συνομιλητών ή και των συγγραφέων, με υποτιμητικές προσφωνήσεις, ύβρεις, υπονοούμενα, απειλές, ή χυδαιολογίες.
•Μην δημοσιεύετε άσχετα, με το θέμα, σχόλια.
•Ο κάθε σχολιαστής οφείλει να διατηρεί ένα μόνο όνομα ή ψευδώνυμο, το οποίο αποτελεί και την ταυτότητά του σε κάθε συζήτηση.
Με βάση τα παραπάνω η διαχείριση διατηρεί το δικαίωμα μη δημοσίευσης σχολίων χωρίς καμία άλλη προειδοποίηση.
Προσοχή: 1. Η σελίδα λειτουργεί σε εθελοντική βάση. Τα σχόλια δημοσιεύονται το συντομότερο δυνατόν, μόλις αυτό καταστεί εφικτό.
2. Όσοι και όσες απευθύνονται στη διαχείρηση με απορίες και ερωτήσεις είναι απαραίτητο να αναγράφουν και το e-mail τους για τη δυνατότητα απάντησης.