Brigada

12 Μαρ

Η εργατική τάξη πάει στον παράδεισο, μέρος 1ο

 

Στις περίοδες της στασιμότητας και της μέσης ευημερίας ο βιομηχανικός εφεδρικός στρατός πιέζει τον εν ενεργεία εργατικό στρατό ενώ στην περίοδο της υπερπαραγωγής και του παροξυσμού βάζει χαλινάρι στις διεκδικήσεις του.

Κ.Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος πρώτος

του Άγγελου Νέστορα

 

 

Πτυχές της στρατηγικής της αστικής τάξης μέσα στην κρίση, ανεργία και η νέα εργατική τάξη

 

Η μεταβολή του εργασιακού-κοινωνικού μοντέλου και η νέα εργατική τάξη

Μετά την οικονομική κρίση του 1973, όταν οι μακροοικονομικές πολιτικές που ασκούνταν στο πλαίσιο του κεϋνσιανού προτύπου και το κοινωνικό κράτος – που βρισκόταν στην ακμή του μέχρι τότε – δέχτηκαν έντονη κριτική, το κεφάλαιο, ιδιαίτερα στις ανεπτυγμένες οικονομίες, αναζητούσε τρόπους επανεκκίνησης της διαδικασίας της συσσώρευσης. Τότε, άρχισαν να κερδίζουν έδαφος, μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών και των παγκόσμιων οργανισμών που χαράσσουν πολιτική, οι ιδέες του νεοφιλελευθερισμού. Η επιβολή του νεοφιλελευθερισμού στην οικονομία και συνολικά στην κοινωνία επέτρεψε την σταδιακή και μακρόχρονη συρρίκνωση των εργασιακών δικαιωμάτων, την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και την εξάπλωση των ιδιωτικοποιήσεων. Ως αποτέλεσμα αυξήθηκε η απόσπαση απόλυτης υπεραξίας από την εργασία, η οποία προήλθε από την αύξηση (η ελαστικότερη προσαρμογή) των ωρών και ημερών εργασίας και την συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους. Επίσης, η είσοδος νέων τεχνολογιών στην παραγωγή οδήγησε σε μεγάλη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, συνεπώς σε δραματική αύξηση και της αποσπώμενης σχετικής υπεραξίας. Με αυτόν τον τρόπο έγινε δυνατή η ανάταξη του μέσου ποσοστού κέρδους, επιτρέποντας στο κεφάλαιο να αντιμετωπίσει σχετικά και προσωρινά τη μεγάλη πετρελαϊκή κρίση. Ταυτόχρονα, η εντεινόμενη διεθνοποίηση της οικονομίας ενίσχυσε σε έναν άνευ ιστορικού προηγουμένου βαθμό τον ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων.

Προς το τέλος δεκαετίας του 1980, στο πλαίσιο των προτεινόμενων πολιτικών για την αγορά εργασίας, αποκτά ιδιαίτερη σημασία η πρακτική της ευέλικτης ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων (Έκθεση Dahrendorf, ΟΟΣΑ, 1986). Μια σειρά ποικίλων μορφών ευελιξίας εισάγονται σε όλη τη διάρκεια της τελευταίας εικοσαετίας, μορφών όπου το κύριο κοινό χαρακτηριστικό τους είναι η αποστασιοποίηση από το πρότυπο της πλήρους και τυπικής απασχόλησης. Από τότε επεκτείνονται διαρκώς στο σύνολο της αγοράς εργασίας σε βάρος της τυπικής εργασιακής σχέσεις.

Στην Ελλάδα οι θεσμικές ρυθμίσεις περί της ευελιξίας της εργασίας παρουσιάζονται μάλλον αποσπασματικές και ήπιες αρχικά, άλλοτε προσκρούοντας στις εργατικές και κοινωνικές αντιστάσεις και άλλοτε λόγω της έλλειψης πίεσης για σχετική ρύθμιση του πεδίου εκ μέρους των επιχειρήσεων, μιας και – όπως έχει παρατηρηθεί – είναι αρκετά εκτεταμένη η εφαρμογή άτυπων, μη θεσμικών πρακτικών ευελιξίας στην αγορά εργασίας. Ωστόσο, με την υπαγωγή της χώρας στο Μηχανισμό Στήριξης και την υπογραφή του πρώτου Μνημονίου, μια σειρά νόμοι θεσπίζονται οι οποίοι ενισχύουν την ευελιξία της εργασίας και εντείνουν απότομα την, σταδιακή έως τότε, απορρύθμιση του εργατικού δικαίου. Η εφαρμογή ευελιξιών της εργασίας σε όλο το φάσμα της ελληνικής οικονομίας αυξάνεται κατακόρυφα την τελευταία τριετία. Ο διακηρυγμένος στόχος σαφής: η «μείωση του ονομαστικού μοναδιαίου κόστους εργασίας κατά 15% στο διάστημα 2012-14»1, με μέτρο σύγκρισης τα επίπεδα μισθών των βαλκανικών και των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, προκειμένου να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας μέσα στον διεθνή καταμερισμό. Η καπιταλιστική αναδιάρθρωση στην Ελλάδα, όπως και στις άλλες χώρες της περιφέρειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ακολουθεί την νέα οικονομική κρίση αναζητά, καθώς φαίνεται, νέα περιθώρια αύξησης της κερδοφορίας απορρίπτοντας ως «εμπόδια» ή «αγκυλώσεις» κοινωνικά και εργασιακά κεκτημένα δεκαετιών.

Η στρατηγική της αστικής τάξης περνάει, έτσι, μέσα από την πλήρη απορύθμιση των εργασιακών σχέσεων και ταυτόχρονα την διάλυση της συλλογικής οργάνωσης της εργατικής τάξης. Στο επίπεδο δε της ταξικής διαστρωμάτωσης, η ελληνική κοινωνία διέρχεται μια βίαιη διαδικασία προλεταριοποίησης (βίαιη τόσο λόγω της έκτασης και της σφοδρότητας των κοινωνικών αναδιαρθρώσεων, όσο και της πλήρους απαξίωσης των θεσμών της αστικής δημοκρατίας στην πορεία της πολιτικής επιβολής της παραπάνω στρατηγικής). Μια διαδικασία που περιλαμβάνει δύο σκέλη και ένα πιο μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα: α) αριθμητική διόγκωση της εργατικής τάξης εξαιτίας της μαζικής υποβάθμισης μικροαστικών στρωμάτων (το ποσοστό της μισθωτής απασχόλησης στην Ελλάδα εξάλλου διατηρούταν έως πρόσφατα σε πολύ χαμηλότερα από τα μέσα ευρωπαϊκά επίπεδα, με ταυτόχρονη ύπαρξη πλατιών στρωμάτων αυτοαπασχολούμενων, επαγγελματιών και πολύ μικρών εργοδοτών) β) συρρίκνωση του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης και των μικροαστικών και αγροτικών στρωμάτων, κυρίως μέσω της μείωσης των δημοσίων αναδιανεμητικών δαπανών και ευρύτερα της κατάργησης των σημαντικότερων λειτουργιών του κοινωνικού κράτους.

Όλα τα παραπάνω συντείνουν στην αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και τελικά στην ανάκαμψης της κερδοφορίας και την επανασύσταση των συνθηκών που επιτρέπουν στη διαδικασία της συσσώρευσης την ομαλή συνέχεια, ή, ίσως καλύτερα, την επανεκκίνησή της σε νέα βάση.

Μέσα στην στρατηγική αυτή ο εφεδρικός αυτός στρατός εργασίας παίζει έναν οργανικό και αναγκαίο ρόλο στην διευρυμένη αναπαραγωγή του συστήματος. Αυτός είναι ο ρόλος του μηχανισμού (ενός από τους πολλούς έστω, αλλά κρίσιμου) με βάση τον οποίο επιτυγχάνεται η ανάκαμψη της κερδοφορίας. Η διατήρηση ενός “κατάλληλου” μεγέθους της δεξαμενής των ανέργων έχει μια καίρια σημασία για την κερδοφορία της καπιταλιστικής παραγωγής. Σε συνθήκες κρίσης, η δυνατότητα των επιχειρήσεων να επιτύχουν μεγαλύτερο βαθμό εκμετάλλευσης της εργασίας προϋποθέτει την δημιουργία συνολικών όρων για την διόγκωση και την εκμετάλλευση του ρόλου του σχετικού εργατικού υπερπληθυσμού, καθώς είναι η ανεργία αυτή και η απειλή της που εξασφαλίζει την εργασιακή και κοινωνική υποταγή στο σχέδιο του κεφαλαίου.

Η εργασία και η ανεργία – εμπειρικά δεδομένα

Σύμφωνα με την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ η ανεργία (επίσημα καταγεγραμμένη) στην Ελλάδα, κατά τον Όκτώβριο του 2013 άγγιξε το 27,8%, την στιγμή που το 2008 – χρονιά που θεωρείται συχνά έτος έναρξης της κρίσης στην Ελλάδα – είχε βρεθεί σε ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά σε βάθος εικοσαετίας (7,5%). Οι εκτιμήσεις σχετικά με την πραγματική ανεργία (ΙΝΕ-ΓΣΕΕ) για το 2014 προβλέπουν ότι θα φτάσει το 31,5%. Τα μεγαλύτερα ποσοστά εξακολουθούν να αφορούν τις νεότερες ηλικιακές ομάδες για το Γ' τρίμηνο του 2013. Το υψηλότερο ποσοστό 54,9% συγκεντρώνει η κατηγορία 20-24 ετών και ακολουθεί η αμέσως επόμενη, δηλαδή οι νέες και οι νεοι ηλικίας 25-29 με 43,8%.

Η κρίση της εργασίας στην Ελλάδα αντικατοπτρίζεται στην σωρευτική μείωση του αριθμού των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, η οποία από το 2008 έως το τέλος του 2012 ξεπέρασε τους 500.000 μισθωτούς. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου είναι ότι αυξάνεται κατακόρυφα το ποσοστό των καταγγελιών συμβάσεων εργασίας, καθώς και λήξης συμβάσεων ορισμένου χρόνου, επί του συνόλου των εκροών από την απασχόληση. Έτσι, το 2012 το ποσοστό των εκροών που οφείλεται σε καταγγελία ή λήξη σύμβασης εμφανίζεται αυξημένο πάνω από 10% σε σχέση με το 20082.

Είναι κατά την διάρκεια της περιόδου αυτής που μεταβάλλεται άρδην η εργατική νομοθεσία και δη το κομμάτι της εκείνο που αφορά στην προστασία από τις απολύσεις (όριο ομαδικών απολύσεων και βάση προσδιορισμού του, δοκιμαστική περίοδος, ύψος αποζημίωσης και τρόπος καταβολής).

Ταυτόχρονα, το ποσοστό των ευέλικτων συμβάσεων εργασίας αυξάνεται κατακόρυφα.

Το εργατικό δίκαιο και η νεοφιλελέυθερη διαστροφή του

Η ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, ήδη από την περίοδο του μεσοπολέμου, και κυρίως η καθιέρωση του μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους στις δυτικές χώρες μετάλλαξαν τις συνθήκες της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης, μετέβαλλαν τον ταξικό συσχετισμό δύναμης και φυσικά περιόρισαν το εύρος κινήσεων των εργοδοτικών στρατηγικών σε σχέση με τις ιστορικές συνθήκες του ευρωπαϊκού καπιταλισμού του 19ου αιώνα.

Όσον αφορά τα ζητήματα της απόλυσης, αυτή αποτελεί λύση της εργασιακής σχέσης προερχόμενη από καταγγελία της σύμβασης εργασίας από την πλευρά του εργοδότη. Η μονομερής καταγγελία της σύμβασης εργασίας συνιστά, βεβαίως, δικαίωμα που ανήκει εξίσου και στα δύο συμβαλλόμενα μέρη. Ωστόσο, στην περίπτωση καταγγελίας μιας σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη το διακριτικό δικαίωμα στην απαλλαγή από την σύμβαση περιορίζεται από ένα σύνολο όρων και προϋποθέσεων στην σύγχρονη νομοθεσία.

Το αρχικά απόλυτο δικαίωμα του εργοδότη στην μονομερή λύση της σύμβασης, θεμελιωμένο κατά την αρχική φάση του φιλελεύθερου καπιταλισμού της ατομικής επιχείρησης – του λεγόμενου «καπιταλισμού του lessez-faire» – ήταν παρεπόμενο της απόλυτης εξουσίας και της ατομικής ευθύνης του επιχειρηματία για την επιχείρησή του. Κατά την εξέλιξη του ιστορικού γίγνεσθαι, με την θεμελίωση των κοινωνικών δικαιωμάτων ως απόρροια του κοινωνικού ανταγωνισμού, προέκυψε η ανάδυση και «κατοχύρωση ενός δικαιώματος των μισθωτών στην θέση τους. Αυτή η κατοχύρωση, ανεξάρτητα από την έκτασή της, οδηγεί σε μια θεμελιώδη διάκριση ανάμεσα σε απολύσεις που οφείλονται στα εγωιστικά συμφέροντα του εργοδότη και σε απολύσεις που δικαιολογούνται από τα αντικειμενικά συμφέροντα της επιχείρησης»3. Η προοδευτικότητα, κοινωνικά, ενός τέτοιου δικαιώματος των μισθωτών εργαζόμενων έγκειται στην αντίφαση που εισάγεται με αυτό στην θεμελιώδη λογική της αστικής αντίληψης της εργασίας ως εμπόρευμα, λαμβάνοντας, βεβαίως, υπόψη πως με δεδομένες τις παραγωγικές σχέσεις, μόνο οριακά περιοριστικά θα μπορούσε να ισχύει δίχως να τις διαταράξει την λειτουργία της αγοράς εργασίας εντός των πλαισίων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Εμφανίζεται εδώ μια πορεία, ειδικά με την θέσπιση ελέγχου (οσονδήποτε αόριστα και αν τίθενται τα κριτήρια αυτού από την νομοθεσία) περί αντικειμενικών ή μη συμφερόντων της επιχείρησης, που μετατοπίζεται από την αρχική ταύτιση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας επί των παραγωγικών μέσων με την απόλυτη εξουσία του προσώπου που τα κατέχει επί της παραγωγικής διαδικασίας, στην σταδιακή αναγνώριση ενός κοινωνικού στοιχείου στην παραγωγική διαδικασία μέσω της αναγνώρισης της έννοιας του αντικειμενικού συμφέροντος της επιχείρησης και τον διαχωρισμό αυτού (του συμφέροντος) από την εξουσία του εργοδότη. Η πιο προοδευτική εξέλιξη της πορείας αυτής βρίσκεται στην περίπτωση της υποχρέωσης αιτιολόγησης της καταγγελίας που απαντάται στην νομοθεσία ορισμένων κρατών. Εκεί περιορίζεται ουσιαστικά και δραστικά το διευθυντικό δικαίωμα, εφόσον ισχύουν οι πιο αυστηροί όροι για τον αποκλεισμό αυθαίρετης προσφυγής σε αυτό. Έτσι, το θεσμικό σύστημα που ρυθμίζει τις απολύσεις διαδραματίζει έναν σαφώς προστατευτικό ρόλο για την πλευρά της εργασίας, όντας αυτή ο αδύναμος πόλος της εργασιακής σχέσης.

Πρόκειται επομένως για βασική και θεμελιώδη πτυχή του θεσμικού εκείνου πλέγματος το οποίο πρέπει να παρακαμφθεί προκειμένου να ολοκληρωθεί η στρατηγική επίθεση του κεφαλαίου προς την μισθωτή εργασία. Έτσι, η κρίση στην αγορά εργασίας, ως μερικότερη αλλά κορυφαία εκδήλωση και οργανικό τμήμα της γενικευμένης παγκόσμιας κρίσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, εκδηλώνεται στο νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα ως κρίση του εργατικού δικαίου και του κοινωνικού κράτους. Η διεκδίκηση των επιχειρήσεων για μεγαλύτερη ευελιξία στις εργασιακές σχέσεις μεταφράζεται στην πολιτική θέση της ανάγκης ανταγωνιστικότητας της οικονομίας που περνάει μέσα από την απορρύθμιση των προστατευτικών κανόνων της εργατικής νομοθεσίας.

Όσον αφορά στο νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, υποστηρίζεται ότι η συρρίκνωση των προστατευτικών ρυθμίσεων βοηθάει τις επιχειρήσεις να προσαρμόζουν τον όγκο του εργατικού δυναμικού τους στις διακυμάνσεις της καταναλωτικής ζήτησης, οδηγώντας έτσι στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας που θα επιφέρει την δημιουργία περισσότερων θέσεων απασχόλησης συνολικά. Η αντίληψη αυτή καταγράφεται σαφώς στην επιχειρηματολογία που επιστρατεύεται για την υποστήριξη των κοινωνικά επώδυνων ανατροπών του θεσμικού πλαισίου: «Με τις προτεινόμενες διατάξεις, που αφορούν θέματα της σύμβασης ή σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικών υπαλλήλων, προβλέπονται ρυθμίσεις με τις οποίες επιδιώκεται η προώθηση της ευελιξίας στην αγορά εργασίας με στόχο την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων. Με τις εν λόγω ρυθμίσεις επιχειρείται μεταξύ άλλων η άμβλυνση των εμποδίων στην κινητικότητα των εργαζομένων, ούτως ώστε η ενδεχόμενη αύξηση της να οδηγήσει σε μείωση της ανεργίας δίνοντας στην οικονομία την ώθηση που χρειάζεται»4.

Έτσι, η νεοφιλελεύθερη οικονομική θεωρία διαχέεται στο πεδίο του εργατικού δικαίου μεταλλάσσοντας τον χαρακτήρα του από προστατευτικό δίκαιο των μισθωτών απέναντι στην εξουσία των εργοδοτών, που οριοθετεί έτσι κατά έναν τρόπο την απόλυτη ελευθερία του διευθυντικού δικαιώματος, και υποβιβάζοντάς το σε εργαλείο ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Η ευελιξία των απολύσεων ως κόμβος στην στρατηγική της αστικής τάξης

Οι τάσεις που καταγράφονται στις ευρωπαϊκές χώρες, ήδη από τα μισά της προηγούμενης δεκαετίας, κινούνται στην κατεύθυνση της έντασης της ευελιξίας των απολύσεων, ακυρώνοντας ή μειώνοντας την σημασία των θεσμικών αντικινήτρων για απολύσεις. Σε επίπεδο συνολικής ευρωπαϊκής στρατηγικής, η κατεύθυνση αυτή συμπυκνώνεται στο Πράσινο Βιβλίο που δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 2006, το οποίο αποτέλεσε τον κύριο ιδεολογικό «βατήρα» για την εκκίνηση της συζήτηση για την προαγωγή και εξέλιξη της πολιτικής της ευελιξίας με ασφάλεια (flexicurity). Στα πλαίσια της της στρατηγικής της Λισσαβόνας, η ευελιξία με ασφάλεια τέθηκε σαν βασικό συστατικό της πολιτικής απασχόλησης της Ένωσης για τα κράτη-μέλη. Με το Πράσινο Βιβλίο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δείχνει μια προσπάθεια να εισάγει την συζήτηση σε μια νέα βάση, επεκτείνοντάς την σε όλα τα κράτη – μιας και στο πρώτο διάστημα φαινόταν να επικεντρώνεται στα κράτη της βόρειας Ευρώπης όπου ήδη όμως από τα μέσα της δεκαετίας το 1990 εφαρμόζονταν αντίστοιχες πολιτικές – και κυρίως ανακατευθύνοντας το εσωτερικό μείγμα στοιχείων του συμπλέγματος ευελιξία-ασφάλεια. Στο κείμενο «αποκρυσταλλώνεται», επομένως, μια νέα μορφή, η οποία έχει χαρακτηριστεί σαν δεύτερη φάση της flexicurity5, με βασικούς άξονες πλέον, την αλλαγή της εργατικής νομοθεσίας, πρωτίστως ως προς τις διατάξεις που διέπουν την απόλυση, την εξάλειψη της παράνομης ευελιξίας και την διευκόλυνση των μεταβάσεων στην αγορά εργασίας.

Στα παραπάνω πλαίσια, το Πράσινο Βιβλίο προχωράει στην διαπίστωση μιας πραγματικότητας στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας, κατά την οποία η οικονομική αναδιάρθρωση έχει παράξει έναν «αστερισμό» διαφορετικών μορφών εργασίας που αποκλίνουν από την τυπική εργασιακή σχέση. Το εργατικό δίκαιο οφείλει να προσαρμοστεί στην νέα πραγματικότητα, μέσω της ευελικτοποίησής του, υπό την προοπτική της συνεισφοράς του στις ανάγκες μιας ανάπτυξης που δεν θα παράγει αποκλεισμούς. «Οι ευκαιρίες να εισέλθουν, να παραμείνουν και να προοδεύσουν στην αγορά εργασίας ποικίλλουν σημαντικά, ενώ τόσο η νομοθεσία για την προστασία της απασχόλησης όσο και το νομικό συμβατικό πλαίσιο σε εθνικό επίπεδο έχουν έντονη επίπτωση στις μεταβάσεις από το ένα καθεστώς απασχόλησης σε άλλο, ειδικά όσον αφορά τους μακροχρονίως ανέργους και τους επισφαλώς απασχολουμένους “εξωτερικούς”»6. Ενοχοποιείται η προστασία από τις απολύσεις ως υπεύθυνη για τις χαμηλές επιδόσεις στην απασχόληση των πιο αδύναμων ομάδων στην αγορά εργασίας. Ουσιαστικά, υποκρύπτεται εδώ ο παλιός νεοφιλελεύθερος ισχυρισμός περί ακαμψίας του κόστους της εργασίας ως αιτία της ανεργίας. Αυτό που προτείνεται είναι «η υιοθέτηση μιας προσέγγισης κύκλου ζωής όσον αφορά την εργασία», η οποία «μπορεί να απαιτεί την παύση της μέριμνας για την προστασία συγκεκριμένων θέσεων σε ένα πλαίσιο υποστήριξης της ασφάλειας της απασχόλησης και να περιλαμβάνει κοινωνική υποστήριξη και δραστήρια μέτρα για τη βοήθεια των εργαζομένων στη διάρκεια περιόδων μετάβασης»7.

Είναι προφανές ότι έχοντας επιτύχει μέσα στην τελευταία δεκαπενταετία την έμπρακτη απομάκρυνση από το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο και τις σχέσεις εργασίας που συνεπαγόταν αυτό, με την ευρεία επέκταση σε όλες τις χώρες της καθιέρωσης των ευέλικτων συμβατικών ρυθμίσεων, «η ευρωπαϊκή και κοινοτική νομοθεσία...αναζητεί σήμερα την επέκτασή της και σε άλλες πτυχές των εργασιακών σχέσεων εστιάζοντας την προσοχή της σε εκείνο το σημείο της μεταρρύθμισης του κεφαλαίου του σχετικού με το σύστημα των ατομικών και ομαδικών απολύσεων, το οποίο επιδιώκει να καταστεί περισσότερο ευέλικτο μέσα από την χαλάρωση του ισχύοντος πλαισίου»8.

Το 2007 ακολούθησε η μεταφορά της συζήτησης στο ελληνικό εθνικό πλαίσιο, όταν συστάθηκε από το τότε Υπουργείο Απασχόλησης μια ειδική επιτροπή για την «σύζευξη της ευελιξίας με ασφάλεια», ακολουθώντας την υπόδειξη του Πράσινου Βιβλίου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά το προηγούμενο έτος για σχετικό διάλογο από τα Κράτη-Μέλη. Το πόρισμα που εξέδωσε τελικά η επιτροπή κινούταν στα πλαίσια των διαπιστώσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής9. Η λογική του επιχειρήματος που την διέπει – όπως και στην περίπτωση του Πράσινου Βιβλίου – είναι η περιγραφή της δεδομένης κατάστασης στον ευρωπαϊκό και παγκόσμιο καπιταλισμό, των μεταβολών στην οργάνωση του παραγωγικού μοντέλου και του κοινωνικού εδάφους που έχει σχηματιστεί από τις οικονομικές αναδιαρθρώσεις και μια επακόλουθη συνεπαγωγή της ανάγκης προσαρμογής του Εργατικού Δικαίου σε αυτήν την πραγματικότητα.

Έτσι, επιχειρείται η απορύθμιση του εργατικού δικαίου προς την κατεύθυνση της προσαρμογής του στην ανάγκη ευελιξίας του μεγέθους των επιχειρήσεων στις διακυμάνσεις της ζήτησης. Ώστε, το ζήτημα της αποδιάρθρωσης των συστημάτων προστασίας από τις απολύσεις έχει αναχθεί σε κομβικό στοιχείο της στρατηγικής του ευρωπαϊκού κεφαλαίου εδώ και σχεδόν μία δεκαετία.

Ταυτόχρονα, τις ίδιες αυτές ανάγκες του κεφαλαίου υπηρετούν και οι ελαστικές μορφές εργασίας και η επέκταση της επισφάλειας σε όλο πλέον το φάσμα της μισθωτής εργασίας. Η ανάλυση του Μαρξ για τον σχετικό εργατικό υπερπληθυσμό, αν και δεν ήταν δυνατό να λάβει υπόψη τις σημερινές μορφές της επισφάλειας, έκανε μια τριπλή κατηγοριοποίηση των μορφών του: ρευστή λανθάνουσα και στάσιμη. «Στα κέντρα της σύγχρονης βιομηχανίας...οι εργάτες πότε απωθούνται και πότε πάλι προσελκύονται σε μεγαλύτερο αριθμό, έτσι που γενικά ο αριθμός των εργαζομένων αυξάνει, αν και σε διαρκώς φθίνουσα αναλογία, σε σύγκριση με την κλίμακα της παράγωγης. Ο υπερπληθυσμός υπάρχει εδώ σε ρευστή μορφή»10. Ανέκαθεν, επομένως, η επισφάλεια υπήρχε, αν όχι ως καθεστώς, σίγουρα ωστόσο ως μορφή ύπαρξης του εφεδρικού εργατικού στρατού. Η σημερινή διαφοροποίηση εντοπίζεται σε δύο στοιχεία: πρώτον, προκειμένου να μπορέσει να αποτελέσει εκ νέου μια πολιτική διαχείρισης του εργατικού δυναμικού από τις επιχειρήσεις, απαιτείται να εξαλειφθεί το νομικό-θεσμικό πλαίσιο που «σταθεροποιεί», έστω σε έναν βαθμό, την εργασιακή σχέση και δεύτερον (που προκύπτει ως κίνηση που απαντάει στο πρώτο στοιχείο), σήμερα η ρευστή μορφή του εργατικού υπερπληθυσμού, παρουσιάζεται ως συνολική κρατική πολιτική επέκτασης της επισφάλειας σε τμήματα της μισθωτής εργασίας. Εισάγονται, μάλιστα, εδώ και πλέον των δύο δεκαετιών διαχωρισμοί σε ζώνες και ταχύτητες στο σώμα της μισθωτής εργασίας, αλλά τείνοντας σήμερα στην πλήρη επέκταση της επισφάλειας ως καθεστώς πάνω σε ολόκληρη την εργατική τάξη στην Ελλάδα.

1Νόμος 4046/2012 «Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Mνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας.», ΦΕΚ 28Α΄/14.02.2012, 801

2βλ. Γ. Κρητικίδης-Χ.Παπαβασιλείου, «Οι εξελίξεις της μισθωτής απασχόλησης και της ανεργίας στον ιδιωτικό τομέα τη οικονομίας», Ενημέρωση, τ.202/Φεβρουάριος 2013.

3Κουκιάδης Ι., Εργατικό ΔίκαιοΕπιτομή, Αθήνα-Θεσσαλονίκη (Σάκκουλα) 2006, 208

4Αιτιολογική Έκθεση στο σχέδιο νόμου «Έκθεση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 – Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» 5-11-2012, 45

5The European Foundation for the Improvement of Working and Living Conditions, The second face of flexicurity: an analysis of practises and policies in the Member States, Luxembourg (Publications Office of the European Union) 2012

6Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Εκσυγχρονισμός της εργατικής νομοθεσίας για την αντιμετώπιση των προκλήσεων του 21ου αιώνα, Πράσινο Βιβλίο 22.11.2006, COM (2006) 708τελικό, 12

7Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ο.π.

8Κουζής Γ., Το Πράσινο Βιβλίο για τις εργασιακές σχέσεις και η flexicurity.

9Κουκιάδης Ι. (επιμ.), Ενδιάμεση έκθεση της Επιτροπής του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας για την σύζευξη ευελιξίας και ασφάλειας, 2008

10Μαρξ Κ., Το Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, Αθήνα (Σύγχρονη Εποχή) 1978, 665

 

Προσθήκη σχολίου

Παρακαλούμε, πριν δημοσιεύσετε το σχόλιό σας, έχετε υπόψιν σας τα ακόλουθα:
•Δεν επιτρέπονται τα «greeklish» (ελληνικά με λατινικούς χαρακτήρες) και η γραφή με κεφαλαία (Caps) .
• Κάθε γνώμη είναι σεβαστή, αρκεί να αποφεύγονται ύβρεις, ειρωνείες, ασυνάρτητος λόγος και προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, πολύ περισσότερο σε προσωπικό επίπεδο, εναντίον των συνομιλητών ή και των συγγραφέων, με υποτιμητικές προσφωνήσεις, ύβρεις, υπονοούμενα, απειλές, ή χυδαιολογίες.
•Μην δημοσιεύετε άσχετα, με το θέμα, σχόλια.
•Ο κάθε σχολιαστής οφείλει να διατηρεί ένα μόνο όνομα ή ψευδώνυμο, το οποίο αποτελεί και την ταυτότητά του σε κάθε συζήτηση.
Με βάση τα παραπάνω η διαχείριση διατηρεί το δικαίωμα μη δημοσίευσης σχολίων χωρίς καμία άλλη προειδοποίηση.
Προσοχή: 1. Η σελίδα λειτουργεί σε εθελοντική βάση. Τα σχόλια δημοσιεύονται το συντομότερο δυνατόν, μόλις αυτό καταστεί εφικτό.
2. Όσοι και όσες απευθύνονται στη διαχείρηση με απορίες και ερωτήσεις είναι απαραίτητο να αναγράφουν και το e-mail τους για τη δυνατότητα απάντησης.