Brigada

24 Μαρ

Η εργατική τάξη πάει στον παράδεισο, μέρος 2ο

Ώστε, δεδομένης της σημερινής κατάστασης της εργατικής τάξης, της κατάστασης των σχεδόν 2 εκατομμυρίων πραγματικών ανέργων, καθίσταται πρώτιστο καθήκον και αναγκαιότητα για τις δυνάμεις της μισθωτής εργασίας η ανάπτυξη ενός συνολικού πολιτικού κινήματος για την εργασία.

του Άγγελου Νέστορα

Ο κομφορμιστικός και τελικά αντιδραστικός χαρακτήρας των ερμηνευτικών σχημάτων που διαχωρίζουν τους εργαζόμενους από τους ανέργους

Νεοκλασικοί-μονεταριστές

Η ερμηνεία της ανεργίας στα πλαίσια της νεοκλασικής θεωρίας συνάγεται από το υπόδειγμα που αυτή επιστρατεύει για την αγορά εργασίας. Χρησιμοποιείται μια μικροοικονομική ανάλυση για να περιγράψει την λειτουργία της, η οποία δεν διαφέρει από οποιασδήποτε άλλης αγοράς. Μέσα σε αυτήν, το ύψος της συνολικής απασχόλησης διαμορφώνεται από την κλασική συμπεριφορά των μηχανισμών της προσφοράς και της ζήτησης, υποθέτοντας συνθήκες τέλειου ανταγωνισμού, καθώς και ότι τα συναλλασσόμενα υποκείμενα δρουν πλήρως ορθολογικά.

Η προσφορά εργασίας προσδιορίζεται ως αντιστρόφως ανάλογη της ζήτησης των μισθωτών για ελεύθερο χρόνο. Αυτή με την σειρά της εξαρτάται από το επίπεδο του πραγματικού μισθού, η αύξηση του οποίου αυξάνει το κόστος ευκαιρίας του ελεύθερου χρόνου. Δεδομένου αυτού, η προσφορά εργασίας επηρεάζεται θετικά από τις αυξήσεις στον (πραγματικό) μισθό. Αντίθετα, η ζήτηση εργασίας από την πλευρά των επιχειρήσεων, θεωρώντας δεδομένη στο βραχυχρόνιο διάστημα την ζήτηση για το προϊόν και την τεχνολογία, αποτελεί αρνητική συνάρτηση του ύψους του μισθού.

Το σημείο ισορροπίας μεταξύ της συνολικής προσφοράς και της ζήτησης σε μία οικονομία καθορίζει τον πραγματικό μισθό ισορροπίας και το επίπεδο συνολικής απασχόλησης. Οποιαδήποτε απομάκρυνση από αυτό του εκάστοτε τρέχοντος μισθού θα προκαλέσει αναγκαστικά ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, η οποία ακολούθως ασκεί τις αντίστοιχες μισθολογικές πιέσεις (είτε μέσω υπερπροσφοράς εργασίας και χαμηλής ζήτησης είτε το αντίστροφο) ώστε να εξισορροπηθεί η αγορά. Στο σημείο αυτό (ισορροπίας) το νεοκλασικό υπόδειγμα υποθέτει την επίτευξη πλήρους απασχόλησης, υπό την έννοια ότι οποιαδήποτε ανεργία από κει και πέρα θα είναι – υποτίθεται – εκούσια, συνειδητή.

Ως εκ τούτου, η ύπαρξη ανεργίας για τους νεοκλασικούς είναι νοητή είτε ως εκούσια είτε ως προσωρινή απόκλιση από το σημείο ισορροπίας που προκαλείται από κάποιον βαθμό ατελούς πληροφόρησης ως προς τις διαθέσιμες θέσεις εργασίας, είτε κυρίως από ατέλειες της αγοράς δημιουργημένες από την παρέμβαση εξωγενών δυνάμεων. «Έτσι, η αποτελεσματική αντίσταση των εργατικών συνδικάτων στην μείωση των χρηματικών μισθών έχει ως αποτέλεσμα να μεταπηδήσει η οικονομία σε μια διαφορετική καμπύλη πραγματικού μισθού (υψηλότερου από τον πραγματικό μισθό ισορροπίας) και να εμφανιστεί ανεργία. Η ανεργία αυτή είναι αποτέλεσμα της έλλειψης προσαρμογής των χρηματικών μισθών στην πτωτική τάση των τιμών και μπορεί να εξαλειφθεί με την αποκατάσταση των συνθηκών ανταγωνισμού στην αγορά εργασίας, δηλαδή με τον περιορισμό της ικανότητας των συνδικάτων να αρνούνται μειώσεις στους χρηματικούς μισθούς»i.

Οι μονεταριστές επανέφεραν το νεοκλασικό μοντέλο της αγοράς εργασίας, προσθέτοντας ακόμη ότι υπάρχει πάντα ένα εμμένον «φυσικό ποσοστό ανεργίας» το οποίο αντιστοιχεί στην κατάσταση ισορροπίας της οικονομίας. Οποιαδήποτε προσπάθεια άσκησης επεκτατικής δημοσιονομικής ή νομισματικής πολιτικής, θεωρούν ότι μόνο προσωρινά μειώνει την ανεργία και επιπλέον αυξάνει τον πληθωρισμό. Το ζήτημα γι' αυτούς είναι οι περιοριστικές (δημοσιονομικές, νομισματικές, μισθολογικές) πολιτικές που διατηρούν χαμηλό πληθωρισμό και σταθερό το ποσοστό ανεργίας. Έτσι, στην νεοκλασική (και τη μονεταριστική αντίληψη) οι άνεργοι διαχωρίζονται από τους εργαζόμενους και μάλιστα τίθενται ως ομάδες αντιπαραθετικών συμφερόντων καθώς για το ύψος της ανεργίας ενοχοποιείται το ύψος του μισθού.

Απόψεις εντός της Αριστεράς

Θεωρητικά σχήματα που αντιμετωπίζουν το ζήτημα της ανεργίας απομονωμένα, είτε σαν ειδική στιγμή του εργατικού κινήματος είτε ξέχωρα, ως μερικότερο στοιχείο της στρατηγικής της Αριστεράς που οφείλει να προσαρμοστεί σε νέα δεδομένα, πληθαίνουν τα τελευταία χρόνια. Τέτοιες αντιλήψεις υιοθετούν συνήθως, ρητά ή άρρητα την υπόθεση ενός «νέου μοντέλου καπιταλισμού»ii.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, όταν οι ευρωπαϊκές – κυρίως – οικονομίες αρχίζουν να παρουσιάζουν ένα σχετικά υψηλό ποσοστό ανεργίας που διατηρείται ακόμη και στις φάσεις της ανάπτυξης, εμφανίστηκε και μια μεγάλη γκάμα από σχετικές θεωρίες, αστικές ή «μαρξίζουσες» («μαρξιστοφανείς» καλύτερα), αναλύσεις περί μεταφορντιστικής κοινωνίας, ή κοινωνιών που δεν οργανώνονται πλέον με επίκεντρο την εργασία ή ακόμη και περί του τέλους της μισθωτής εργασίας και της περιορισμένης οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής σημασίας της εργατικής τάξης (Daniel Bell, Allain Touraine, Andre Gorz, Claus Offe κ.α.). Υπό το φόντο της κρίσης, ειδικά του ευρωπαϊκού καπιταλισμού και καθώς αυξάνεται η ανεργία, φαίνεται πιο καθαρά και η επιρροή ακόμα και σήμερα ορισμένων αντιλήψεων που κινούνται στα πλαίσια αυτά, επιρροή που αντανακλάται στην στρατηγική αμηχανία ορισμένων κομματιών της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος απέναντι στην τεράστια δεξαμενή των ανέργων. Συνήθως διακρίνονται τρεις μερικού χαρακτήρα απαντήσεις-κατευθύνσεις πάνω στο ζήτημα, οι οποίες αν και περιέχουν κάποια χρήσιμα ή αναγκαία στοιχεία, απομονωμένες αδυνατούν να αποτελέσουν ένα συνολικό σχέδιο που να δίνει συνολική προοπτική στην παρούσα κατάσταση της εργατικής τάξης:

α) Υλική, κοινωνική και ψυχολογική υποστήριξη και προσπάθεια αντίστασης στον κοινωνικό αποκλεισμό που παράγει η ανεργία – τουλάχιστον μέχρι να βρεθεί εργασία, έργο το οποίο παραπέμπεται στην φάση της αναστροφής της ύφεσης (άρα θεωρείται και κυρίως δουλειά του ιδιωτικού τομέα της καπιταλιστικής οικονομίας). Ως τότε το βασικότερο που μπορούν να κάνουν οι οργανώσεις της Αριστεράς ή τα συνδικάτα είναι προσπάθειες ενίσχυσης και κοινωνικής ένταξης των ανέργων, η οργάνωση της παροχής υπηρεσιών και αναγκαίων προϊόντων ως ένδειξη κοινωνικής αλληλεγγύης και η σταδιακή πολιτικοποίηση τους.

β) Σε επίπεδο κυβερνητικού προγράμματος: προσδιορισμός των άμεσων αναγκών και των απαραίτητων κοινωνικών παροχών. Περίπου παραπέμπεται το ζήτημα σε μια κυβερνητική προοπτική της αριστεράς, όπου η κατοχή του εργαλείου του κράτους θα δώσει την δυνατότητα αντιμετώπισης των άμεσων αναγκών επιβίωσης και δημιουργίας συνθηκών αξιοπρεπούς διαβίωσης και ένα ευρύτερο αίσθημα κοινωνικής ασφάλειας. Ταυτόχρονα, η εφαρμογή ενός επεκτατικού δημοσιονομικού προγράμματος (αν και συχνά ανακοινώνονται μέτρα πιο ήπια και ρεφορμιστικά και από τα κλασσικά κεϋνσιανά μεταπολεμικά προγράμματα των ευρωπαϊκών χωρών) θα οδηγήσει στην σταδιακή ανάπτυξη του ΑΕΠ και την (ακόμη πιο σταδιακή) απορρόφηση της ανεργίας.

γ) Κοινωνική οικονομία: η Αριστερά οφείλει να προωθήσει συνεταιριστικές και κοινωνικές μορφές παραγωγής και διανομής (δεν εξετάζονται εδώ σε βάθος τα αδιέξοδα της κοινωνικής οικονομίας μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, ούτε ο ρόλος της εντός της στρατηγικής της ΕΕ, θέμα που απαιτεί ξεχωριστή συζήτηση). Αυτό διότι «ο σημερινός εργαζόμενος, ο οποίος απασχολείται σε μεγάλο ποσοστό σε συνθήκες ανασφάλειας, μεγάλης κινητικότητας, αυθαίρετα χαμηλών αμοιβών, ενώ γνωρίζει επαναλαμβανόμενες περιόδους ανεργίας, είναι ταυτοχρόνως μορφωμένος, με ένα επίπεδο και τομέα ειδίκευσης, με πολλές δεξιότητες που αποκτήθηκαν λόγω πολλαπλών θέσεων και αναγκαστικών πρωτοβουλιών σε υποβαθμισμένες συνθήκες εργασίας, και έχει την ανάγκη αλλά και την ικανότητα να παρέμβει σε μια γκάμα θεμάτων πολύ ευρύτερη από την “παραδοσιακή” διαπραγμάτευση άμεσου και έμμεσου μισθού»iii. Οι άνεργοι και ευρύτερα οι επισφαλώς εργαζόμενοι, ειδικά οι νεότεροι και με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, δεν εκφράζονται από το οργανωμένο εργατικό κίνημα, αλλά μπορούν να ενταχθούν σε πιο «προωθημένες» μορφές οργάνωσης, όπως γίνονται αντιληπτές από την άποψη αυτή οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις και τα αλληλέγγυα σχήματα.

Η αποδοχή των ορίων του ισχύοντος και ο Jeremy Rifkin

Το 1996 ο Jeremy Rifkin έκανε την πιο πρόσφατη και πιο διάσημη ως τώρα διαπίστωση περί του «τέλους της εργασίας», στο οποίο οδεύει ο σύγχρονος καπιταλισμός εξαιτίας της εντεινόμενης αυτοματοποίησης της παραγωγής. Απέναντι σε αυτήν την «πραγματικότητα» όπου η προσφορά εργασίας θα συρρικνώνεται διαρκώς, η μόνη λύση που διέβλεπε ο Rifkin ήταν η κοινωφελής εργασία για τους ανέργους, έναντι ελάχιστου εισοδήματος. Ενώ η νεοκλασική θεωρία αποτελεί μια ιδεολογική κατασκευή απολογητική του συστήματος, που υποθέτει την ισορροπία (αρμονία) όλων των υποκειμένων στην αγορά και την κοινωνία, οι απόψεις του «τέλους της εργασίας», εγκλωβισμένες μέσα στα όρια του καπιταλισμού παραβλέπουν τις καπιταλιστικές σχέσεις εκμετάλλευσης, την αυξανόμενη κεφαλαιοκρατική συσσώρευση και τον ρόλο του εφεδρικού στρατού εργασίας. Παραβλέπουν τελικά, το γεγονός ότι ο σχετικός εργατικός υπερπληθυσμός είναι συστημικό φαινόμενο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής αλλά και παίζει έναν συγκεκριμένο ρόλο στα πλαίσια των κρίσεων του συστήματος αλλά και του συγκεκριμένου σχεδίου της αστικής τάξης που εκτυλίσσεται σήμερα.

Τα παραπάνω «μερικά» σχέδια για την αντιμετώπιση του ζητήματος της ανεργίας προϋποθέτουν και μια στενή θεώρηση της δράσης του του εργατικού κινήματος (την απλή διαπραγμάτευση του άμεσου και του έμμεσου μισθού, όπως διατυπώθηκε ήδη με αρκετή σαφήνεια) και τελικά της ίδια της πολιτικής ως δραστηριότητας των μαζών. Πρόκειται για την παλιά εκείνη αντίληψη της «οικονομικής πάλης των εργατών ενάντια στην κυβέρνηση και τους εργοδότες»iv, δηλαδή την οικονομίστικη αντίληψη για τα καθήκοντα του εργατικού κινήματος. Από την άλλη, από τα περισσότερα κομμάτια της συνδικαλιστικής Αριστεράς είναι ορατή ως τώρα μια, λίγο ως πολύ, παραγνώριση του προβλήματος της μεγάλης δεξαμενής ανέργων σε συνθήκες κρίσης – ανεξαρτήτως διακηρύξεων (π.χ. από την πλευρά του Κομουνιστικού Κόμματος το ζήτημα των ανέργων αν και τοποθετείται υψηλά στην ατζέντα, πρακτικά εξαντλείται σε εκδηλώσεις, λαϊκά γλέντια υπέρ των ανέργων κλπ.) – και της ανάγκης οργάνωσής του. Σε κάθε περίπτωση λείπει ένα συγκεκριμένο σχέδιο που να έχει στον πυρήνα του οργανικά την σχέση της ανεργίας, δηλαδή του άνεργου κομματιού της εργατικής τάξης, με το οργανωμένο εργατικό κίνημα.

Ορισμένες θεμελιώδεις αρχές της αναγκαίας μαρξιστικής τακτικής για το εργατικό κίνημα στην φάση της καπιταλιστικής κρίσης

Όπως αναπτύχθηκε στο πρώτο μέρος του παρόντος άρθρου, η σημασία του μεγέθους του εφεδρικού εργατικού στρατού από την σκοπιά του καπιταλισμού έγκειται στην δυνατότητα έντασης του βαθμού εκμετάλλευσης της εργασίας. «Γι' αυτό, μόλις οι εργάτες ανακαλύψουν το μυστικό του πως συμβαίνει ώστε, όσο περισσότερο εργάζονται, όσο περισσότερο ξένο πλούτο παράγουν και όσο περισσότερο αυξάνει η παραγωγική δύναμη της εργασίας τους, τόσο πιο επισφαλής γίνεται γι' αυτούς ακόμα και η λειτουργία τους σαν μέσο αξιοποίησης του κεφαλαίου· μόλις ανακαλύψουν πως ο βαθμός εντατικότητας του συναγωνισμού μεταξύ τους εξαρτιέται ολόκληρα από την πίεση του σχετικού υπερπληθυσμού· επομένως, μόλις επιχειρήσουν με τα εργατικά σωματεία κλπ να οργανώσουν μια σχεδιασμένη συνεργασία εργαζομένων και ανέργων για να σπάσουν ή να εξασθενήσουν τις καταστρεπτικές για την τάξη τους συνέπειες αυτού του φυσικού νόμου της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, βάζουν τις φωνές το κεφάλαιο και ο συκοφάντης οικονομολόγος του για καταπάτηση του “αιώνιου” και σα να λέμε “ιερού” νόμου της ζήτησης και της προσφοράς. Γιατί κάθε αλληλεγγύη ανάμεσα στους εργαζόμενους και τους ανέργους διαταράζει το “καθαρό” παιχνίδι αυτού του νόμου»v.

Ώστε, δεδομένης της σημερινής κατάστασης της εργατικής τάξης, της κατάστασης των σχεδόν 2 εκατομμυρίων πραγματικών ανέργων, καθίσταται πρώτιστο καθήκον και αναγκαιότητα για τις δυνάμεις της μισθωτής εργασίας η ανάπτυξη ενός συνολικού πολιτικού κινήματος για την εργασία. Μια τέτοια μεγάλη, μαχητική προσπάθεια απαιτεί την ανάπτυξη με πρωτοβουλία του οργανωμένου συνδικαλιστικού κινήματος ενός προγράμματος άμεσων διεκδικήσεων για την κατάσταση των ανέργων και την μείωση της ανεργίας (από δωρεάν πρόσβαση στα κοινωνικά αγαθά, διαγραφή τραπεζικών δανείων ή αύξηση/επέκταση επιδομάτων μέχρι την αντίσταση στις απολύσεις ή την κατάργηση των προγραμμάτων ανακύκλωσης της ανεργίας).

Κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει η βάση στράτευσης των κομματιών της εργατικής τάξης που βρίσκονται εκτός της παραγωγικής διαδικασίας και ανάπτυξης ενός μαζικού ταξικού, πολιτικού κινήματος με όρους αντεπίθεσης. Η αναζωογόνηση του κινήματος από τα κομμάτια αυτά και η ανάπτυξη της ταξικής αλληλεγγύης είναι απαραίτητο να μπολιαστεί ταυτόχρονα με τα αιτήματα που το ίδιο το εργατικό κίνημα έχει θέσει εδώ και δεκαετίες (κατάργηση όλων των ελαστικών μορφών εργασίας, μείωση του χρόνου εργασίας χωρίς μείωση μισθών κλπ.), ως μεταβατικά αιτήματα που συνεπάγονται βεβαίως την ανατροπή όλων των πολιτικών για τις εργασιακές σχέσεις και των πολιτικών τους εκφραστών και στρατηγικό σύνθημα την πλήρη, σταθερή και ασφαλισμένη εργασία με αξιοπρεπείς αμοιβές, για όλους, αίτημα που ανοίγει, άλλωστε, ξεκάθαρα το ζήτημα της σοσιαλιστικής προοπτικής για την ελληνική κοινωνία.

Την ίδια στιγμή απαιτείται και ένας ειλικρινής προβληματισμός, χωρίς δογματισμούς και απόλυτες βεβαιότητες, πάνω στις οργανωτικές ανάγκες για την ανάπτυξη ενός τέτοιου κινήματος. Δεδομένου ότι είναι πιθανό να χρειαστεί ένας βαθμός «πειραματισμού», καθώς ταξιδεύουμε εν πολλοίς σε άγνωστα νερά, αλλά και δεδομένου ότι ο χρόνος για άλλη μια φορά δεν είναι με το μέρος των εργατικών συμφερόντων, είναι φανερό ότι πρέπει να μπουν σε κίνηση άμεσα όλοι οι μηχανισμοί της συνδικαλιστικής αλλά και της πολιτικής Αριστεράς. Στο βαθμό που η οργάνωση ενός μαχητικού και διεκδικητικού, πολιτικού κινήματος με τα παραπάνω χαρακτηριστικά και στοχεύσεις είναι φανερό ότι μπορεί να γίνει χοντρικά σε δύο επίπεδα, δηλαδή αφενός εντός του οργανωμένου εργατικού κινήματος σε κλαδικό ή τοπικό επίπεδο (Εργατικά Κέντρα) αφετέρου εκτός αλλά παράλληλα σε επίπεδο γειτονιάς (επιτροπές ανέργων, λαϊκές συνελεύσεις, μέτωπα αγώνα, εργατικές λέσχες), είναι επιτακτικό να αρχίσουν από χθες κιόλας τα πρώτα βήματα. Ώστε άμεσα να ξεκινήσει ο αναγκαίος συντονισμός για την ανασυγκρότηση όλων των κομματιών της μισθωτής εργασίας, την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος και την συνολική ταξική αντεπίθεση.

 

iΔεδουσόπουλος Α., Η Κρίση στην Αγορά Εργασίας: Ρύθμιση – Ευελιξίες – Απορρύθμιση. Θεωρίες της Ανεργίας, Αθήνα (τυπωθήτω-ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΡΔΑΝΟΣ) 2000, 238

iiΕνδεικτικά και μόνο βλ. Π.Λ. Ρυλμόν «Το βάθος της συζήτησης για την κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία», Η Εποχή, 23 Σεπτεμβρίου 2013.

iiiΠ.Λ. Ρυλμόν «Δυνατότητες και δυσκολίες του συνεταιριστικού τρόπου παραγωγής», http://solidarity4all.gr/support-articles/%CE%91%CF%81%CE%B8%CF%81%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1

ivΒ.Ι.Λένιν, Τι να κάνουμε;, Αθήνα (Σύγχρονη Εποχή) 2010

vΜαρξ Κ., Το Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, Αθήνα (Σύγχρονη Εποχή) 1978, 663

Προσθήκη σχολίου

Παρακαλούμε, πριν δημοσιεύσετε το σχόλιό σας, έχετε υπόψιν σας τα ακόλουθα:
•Δεν επιτρέπονται τα «greeklish» (ελληνικά με λατινικούς χαρακτήρες) και η γραφή με κεφαλαία (Caps) .
• Κάθε γνώμη είναι σεβαστή, αρκεί να αποφεύγονται ύβρεις, ειρωνείες, ασυνάρτητος λόγος και προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, πολύ περισσότερο σε προσωπικό επίπεδο, εναντίον των συνομιλητών ή και των συγγραφέων, με υποτιμητικές προσφωνήσεις, ύβρεις, υπονοούμενα, απειλές, ή χυδαιολογίες.
•Μην δημοσιεύετε άσχετα, με το θέμα, σχόλια.
•Ο κάθε σχολιαστής οφείλει να διατηρεί ένα μόνο όνομα ή ψευδώνυμο, το οποίο αποτελεί και την ταυτότητά του σε κάθε συζήτηση.
Με βάση τα παραπάνω η διαχείριση διατηρεί το δικαίωμα μη δημοσίευσης σχολίων χωρίς καμία άλλη προειδοποίηση.
Προσοχή: 1. Η σελίδα λειτουργεί σε εθελοντική βάση. Τα σχόλια δημοσιεύονται το συντομότερο δυνατόν, μόλις αυτό καταστεί εφικτό.
2. Όσοι και όσες απευθύνονται στη διαχείρηση με απορίες και ερωτήσεις είναι απαραίτητο να αναγράφουν και το e-mail τους για τη δυνατότητα απάντησης.